H ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση σε κρίση (Κείμενο της Παρέμβασης)

0
1105
πραξικόπημα

Από το Brexit στο ιταλικό δημοψήφισμα και από την Λεπέν στον Τραμπ

Τα πυκνά γεγονότα του 2016, σε παγκόσμια κλίμακα, έρχονται να επιβεβαιώσουν μια υπαρκτή τάση της εποχής μας. Η οικονομική κρίση, οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και οι κοινωνικές σχέσεις, σπρώχνουν σε μια ανάποδη πορεία από αυτή που χαράχτηκε και ακολουθήθηκε κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Η παγκοσμιοποίηση αμφισβητείται, οι διακρατικές – υπερκρατικές ενώσεις μπαίνουν σε τροχιά κλυδωνισμών και η επιστροφή στα εθνικά σύνορα ή σε ενός τύπου εθνικό προστατευτισμό, είναι μια επιλογή που συζητιέται ανοικτά. Δεν σημαίνει ότι έτσι θα βαδίσουν τα πράγματα, ή ότι η τάση θα μετασχηματιστεί σε κατάσταση, σημαίνει όμως ότι τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά. Σε αυτή τη γενική αποσταθεροποίηση συνηγορεί η ανάδυση λαϊκιστικών, ξενοφοβικών πολιτικών εκφράσεων στον «πολιτισμένο» δυτικό κόσμο. Ταυτόχρονα όμως αυτή η τάση διαμορφώνεται από υπαρκτές κοινωνικές πολώσεις σε εθνικό επίπεδο, και αυτό διαμορφώνει στοιχεία στρατηγικής για μια Αριστερά που θέλει να είναι αντισυστημική.

Από το πέρασμα στο ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων σε Δύση και Ανατολή, μετά και την τυπική κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την διάλυση της ΕΣΣΔ και του λεγόμενου σοσιαλιστικού στρατοπέδου, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ακολούθησε μια επιθετική στρατηγική. Είναι ο κύριος υπεύθυνος για μια σειρά πολεμικών αναμετρήσεων σε Μέση Ανατολή, Βαλκάνια, Ευρωπαϊκή Ασία. Η βίαιη είσοδος περιοχών στο ενιαίο σύστημα αγοράς και κοινωνικών σχέσεων πραγματοποιήθηκε παράλληλα με το πολιτικό – οικονομικό γεγονός που ήταν η ραγδαία εξάπλωση και η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού. Στην πραγματικότητα εμφανίζονται στοιχεία μιάς νέας εποχής, αυτής της αμερικάνικης ηγεμονίας και της πολιτικής οικονομίας του άγριου νεοφιλελευθερισμού, που αντικαθιστά τον κεϋνσιανισμό, το κράτος πρόνοιας, δικαίου κλπ. Η αρχή – παρ’ όλο που στην ιστορία δεν υπάρχουν αρχές αλλά τάσεις και διαδικασίες – βεβαίως έχει γίνει από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Η περίοδος αυτή ονομάστηκε βασικά σαν περίοδος της παγκοσμιοποίησης.

Η ιμπεριαλιστική και νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση τροποποίησε και τροποποιεί όλο το διεθνές οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και κράτησε 30 ένδοξα, όπως συνηθίζεται να λέγεται, χρόνια του καπιταλισμού. Να σημειώσουμε εδώ ότι η τέτοια τοποθέτηση βασίζεται και προνομιοποιεί τη δύση και τα χαρακτηριστικά της. Επί πολλά χρόνια, αν όχι αιώνες, η οπτική στη δημόσια σφαίρα είναι περισσότερο δυτικοκεντρική παρά πλανητική, αν και πλέον θα αναγκαζόμαστε όλο και περισσότερο να «βλέπουμε» το σύνολο. Για παράδειγμα σε μόνιμη γενική κρίση βρίσκεται η Αφρική στο σύνολό της, καθώς και πολλές περιοχές της Ασίας και της Ν.Αμερικής, την ίδια στιγμή που ορισμένα τμήματα των ίδιων περιοχών «εντάχθηκαν» στο παγκόσμιο σύστημα αυτήν την περίοδο και σημείωσαν οικονομική μεγέθυνση και όχι ύφεση. Βασικά όμως μιλάμε για παγκόσμια κρίση με αφορμή την κρίση των ανεπτυγμένων περιοχών κατα βάση του «δυτικού πολιτισμού».

Η αμφισβήτηση της παγκοσμιοποίησης στα χρόνια 2000-2007 είχε περισσότερο ένα δικαιωματικό προσανατολισμό παρά ένα συνολικό ταξικό ή λαϊκό. Με την κρίση μια «παγκόσμια» αμηχανία έβαλε πέπλο σιωπής στα αντιπαγκοσμιοποιητικά κινήματα, δημιουργώντας ταυτόχρονα εθνικές κινήσεις και συζητήσεις για το ποιος έχει την ευθύνη ή ακόμα και το αν ή πώς δραπετεύεις από το υπάρχον πλαίσιο. Η συζήτηση παρέμεινε αναιμική και τα αποτελέσματα παραμένουν ανεπαρκή. Ωστόσο το βάθεμα και το άπλωμα της κρίσης δημιούργησαν μια γενική αμφισβήτηση για τρία πράγματα που αλληλοεξαρτώνται ως ένα βαθμό: α) Την παγκοσμιοποίηση και τον συνδεδεμένο με αυτή νεοφιλελευθερισμό, β) Το πολιτικό σύστημα και την δημοκρατία, γ) Την εθνική λαϊκή κυριαρχία και την κατάλυσή της. Όλο αυτό το φαινόμενο αμφισβήτησης παραμένει χωρίς προσανατολισμό και σχέδιο και πολύ περισσότερο χωρίς «θετική πρόταση». Αναζητούνται βεβαίως διαρκώς οριακές προτάσεις, που όμως είναι προτάσεις ρύθμισης του καπιταλισμού, και όχι προτάσεις και σχέδιο εξόδου από αυτόν.

Η πρώτη διεθνοποίηση (στις αρχές του περασμένου αιώνα πριν από τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο) οδήγησε, -όχι βεβαίως απο μόνη της και αυτόματα- σε μία χρεωκοπία του τότε καπιταλισμού και σε μία μεγάλη -αν και προσωρινή όπως έδειξε η ιστορία- ήττα του. Η ανάπτυξη του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος, η ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος, η συγκρότηση «σοσιαλιστικού στρατοπέδου», τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα έβαλαν όχι σε μία απλή ρύθμιση, αλλά σε ένα μεγάλο συμβιβασμό το κεφάλαιο με τις δυνάμεις της εργασίας.

Η περίοδος μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο ήταν μία περίοδος διαρκούς ευμάρειας-ευημερίας, ανάπτυξης που είχε και κοινωνικοπολιτικές συνέπειες. Δημιουργήθηκε μια πολυάριθμη μεσαία τάξη που ιδεολογικά-πολιτικά βοηθούσε στην ηγεμονία της αστικής τάξης μέσα από ένα μεγάλο πλέγμα συναινέσεων και όχι μόνο. Η σοσιαλδημοκρατία έκφραζε το πνεύμα συναίνεσης εκείνης της περιόδου καλύτερα από τα κλασσικά ρεπουμπλικάνικα-χριστιανοδημοκρατικά δεξιά κόμματα. Η κομμουνιστική αριστερά μετά το 1960 είτε αποκομμουνιστοποιήθηκε είτε περιθωριοποιήθηκε. Η αποκομμουνιστικοποίηση που κρατά έως τις μέρες μας διαλύοντας πλέον συλλογικότητες, προσπάθειες, αγωνιστές, δεν σήμαινε διάλυση της αριστεράς αλλά ενσωμάτωσή της στο σύστημα. Ο δικαιωματισμός, ο κοσμοπολιτισμός-ψευδοδιεθνισμός, ο εκσυγχρονισμός-μεταρρυθμιτισμός, η αποστροφή της ταξικής πολιτικής και η εγκατάλειψη της εργατικής τάξης με την ταυτόχρονη «ανακάλυψη» νέων υποκειμένων, στην ουσία υποδήλωναν ένα πράγμα. Ο καπιταλισμός και το πλαίσιό του ηγεμόνευε μέσα στον «αντίπαλό» του, δηλαδή στην ίδια την Αριστερά και στο εργατικό κίνημα. Αυτό το ιστορικό διάλλειμα και ο συμβιβασμός του συστήματος (τα λεγόμενα κοινωνικά συμβόλαια), που είχε προσωρινά χαρακτηριστικά, αντιμετωπίστηκε από την σοσιαλδημοκρατία και τμήματα της πάλαι ποτέ κομμουνιστικής Αριστεράς ως μια νίκη και επιβεβαίωση του καπιταλισμού και του δυναμισμού του, ως απόδειξη ότι δεν υπάρχει άλλο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης πιο συμβατό από τον καπιταλισμό, πολιτικό σύστημα πιο δημοκρατικό από την κοινοβουλευτική δημοκρατία, οικονομία εφικτή έξω από την έννοια της αγοράς. Όλα αυτά που εδραιώθηκαν μεταπολεμικά, σήμερα βρίσκονται σε αμφισβήτηση.

Δεν αποτελούσε εξαίρεση η Ελλάδα. Είναι πλέον σήμερα αυτονόητο οτι χωρίς τα παραπάνω δεν μπορούν να κατανοηθούν ούτε οι ευρωπαϊκές ιδέες και πορείες ούτε ο κοινοβουλευτισμός και ο κρατισμός. Η θεοποίηση του αντικειμενικού, ότι δηλαδή τα πράγματα πάνε έτσι και όχι αλλιώς, λόγω αντικειμενικών παραμέτρων και μονόδρομων και όχι λόγω επιλογών του κεφαλαίου και κοινωνικών σχέσεων ή συσχετισμών, συνοδευότανε από την έκσταση για τα θαύματα της επιστήμης και της τεχνολογίας και από τον κρυφό ή και φανερό χλευασμό της «ορθοδοξίας» του μαρξισμού ως μιας εκ των πραγμάτων αντιδημοκρατικής και «παράλογης» θεωρίας και πρακτικής. Σε αυτό το πλαίσιο την τιμητική της είχε η στοχοποίηση της περιόδου Στάλιν και Γ’ Διεθνούς, γιατί έτσι πιο εύκολα και διά της πλαγίας χτυπιόταν ο λενινισμός ή καλύτερα η επανάσταση.

Όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι η ήττα της σημερινής Αριστεράς σε πανευρωπαϊκό επίπεδο έχει βάθος και ρίζες. Και για να αντιμετωπιστεί πρέπει η τομή να είναι βαθιά. Η ήττα όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν δυνάμεις ή ότι δεν γεννιούνται από την ίδια την μήτρα του συστήματος αντιθέσεις και όροι ανάπτυξης αντίπαλων δυνάμεων.

Η κρίση σαν ευκαιρία για το κεφάλαιο αδράχτηκε απο όλες τις δυνάμεις του και επιφέρει μια σειρά ανατροπές. Γεννά όμως και αντιστάσεις. Η σημαντική συρρίκνωση της μεσαίας τάξης, η φτωχοποίηση της εργατικής τάξης, ο εμπορικός πόλεμος που ‘χει θύματα και από την πλευρά του κεφαλαίου, έχει δημιουργήσει ένα ανθρώπινο υλικό, μια «παράταξη» ανόμοιων στρωμάτων και συμφερόντων, που όμως συμφωνεί σε κάτι κεντρικό. Δεν θέλει να χάσει άλλο από την παγκοσμιοποίηση. Ψελλίζει την ανάγκη ρύθμισης ή φωνάζει ενάντια στο παλιό πολιτικό σύστημα. Παρενθετικά, το ίδιο το πολιτικό σύστημα και η δημοκρατία του έχουν αλλάξει σε αντιδραστικότερη κατεύθυνση.

Αυτή η «παράταξη ενάντια στην παγκοσμιοποίηση», που καθόλου δεν είναι σχηματοποιημένη και έχει εντελώς αντιφατικά χαρακτηριστικά, φωνάζει ενάντια στο σύστημα με μπόλικο πλέον θυμό. Αποτελείται στην οριακή πλειοψηφία της από χαμηλότερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα και μπορεί να διατηρεί συντηρητικές ιδεολογικές καταβολές. Διατηρεί ένα ορισμένο ταξικό ένστικτο αλλά δεν αναπτύσσει καμιά συνείδηση. Γι’ αυτό και η αντίθεσή του μπορεί να πάρει δύο μορφές.

Η πρώτη και η πιο εύκολη είναι η ροπή στη καταγγελία του «σάπιου πολιτικού συστήματος και σκηνικού» που κάτω από όρους μπορεί να παραπέμπει και στο φασισμό, στον ολοκληρωτισμό, ίσως στις τυφλές εξεγέρσεις. Ένας τέτοιος θυμός υπήρξε και μετά τη Βαϊμάρη στη Γερμανία γεννώντας τον φασισμό και τον ναζισμό. Οφείλουμε βεβαίως να μην ξεχνάμε πως στον μεσοπόλεμο, ενώ υπήρχαν οι υλικές-κοινωνικές-πολιτικές βάσεις για να υπάρξουν ρεύματα προς το φασισμό-ναζισμό, υπήρχε και μία άλλη οργάνωση και συνοχή της κοινωνίας (συνδικάτα, οργανώσεις, κομμουνιστικά κόμματα, πολιστικές λέσχες κλπ) που σήμερα δεν υπάρχει. Αυτό έχει σημασία – βάζει και καθήκοντα – γιατί ο κοινωνικός κατακερματισμός έχει οδηγήσει στη διάλυση των μορφών της κοινωνικής συνοχής και στην οικοδόμηση του εγώ-ατόμου, που κοροϊδεύεται και φλυαρεί περί ατομικών δικαιωμάτων, ενώ έχει απολέσει τα κοινωνικά του δικαιώματα (εργασία, παιδεία, υγεία κλπ).

Η δεύτερη μορφή αυτής της ετερόκλητης δύναμης -που συνιστά την πρόκληση της εποχής μας για την κομμουνιστική αριστερά- είναι ότι αυτό το δυναμικό θα μπορούσε να αποτελέσει τμήμα ενός μεγάλου κινήματος που θα ξεφεύγει από τον καπιταλισμό. Είτε το θέλουμε είτε όχι αυτό το «ρεύμα» έχει την εθνική βάση σαν αρχικό σημείο αναφοράς. Ο πραγματικός διεθνισμός του σήμερα είναι στον εθνικό χώρο να ανατραπεί το υπάρχον πολιτικό-οικονομικό και παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο και να συγκροτείται ένας διεθνισμός που ενώνει λαϊκές τάξεις και στρώματα υπερασπίζοντας τα συμφέροντά τους. Δε μπορεί να υπάρξει υπεράσπιση αυτών των συμφερόντων χωρίς ρήξη με αυτούς τους κανόνες, ρήξη με την παγκοσμιοποίηση. Αυτό το συμπέρασμα ορθώνεται αδιαμφισβήτητο τόσο από το παράδειγμα της Ελλάδας, όσο και από τα παραδείγματα της Λ. Αμερικής.Το δίπολο αντίσταση στην εθνική βάση – απεύθυνση για τη συγκρότηση διεθνούς κινήματος είναι η κατεύθυνση που οφείλει να προσανατολίζει τη δράση των κομμουνιστικών αριστερών προοδευτικών δυνάμεων. Η κατεύθυνση βέβαια απαιτεί πολύ περισσότερα προχωρήματα καθώς και απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα για το πώς υπάρχει η δυνατότητα μια ή περισσότερες χώρες να έρθουν σε ρήξη με διεθνές οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο και να εφαρμόσουν ένα σχέδιο που να είναι βιώσιμο και ταυτόχρονα ανθεκτικό στις πιέσεις του ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Η δύση ανησυχεί για τα εκτρώματά της (τα ακροδεξιά και φασιστικά μορφώματα που εμφανίζονται παντού και που δεν τολμά να τα ονομάσει) και τους δίνει τον τίτλο λαϊκιστικά, προσπαθώντας ταυτόχρονα να τα τσουβαλιάσει και με την ριζοσπαστική αμφισβήτηση) και την ίδια στιγμή βάζει στο στόχαστρο τον Φιντέλ Κάστρο, υπερασπιζόμενη τη δημοκρατία και την ειρήνη, που πολλαπλώς έχουν βιαστεί από τους καπιταλιστές και ιμπεριαλιστές. Ανησυχεί ο «δυτικός πολιτισμός» για το τι μπορεί να δημιουργηθεί από τα αριστερά και όχι για τις εκ δεξιών τερατογενέσεις. Η άνοδος των εθνικιστικών οργανώσεων και κομμάτων και μάλιστα η κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας -προς το παρόν τουλάχιστον- είναι ελεγχόμενη, δηλαδή εντός πλαισίων. Στην Ευρώπη για παράδειγμα, κανένα από αυτά τα μορφώματα δεν θέτει καθαρά το ζήτημα της διάλυσης της ευρωζώνης και στην ουσία δεν θέτει κανένα αλλο σχεδιο οικοδόμησης και εθνικής συγκρότησης, παρα μόνο τον περιορισμό των συνεπειών στο έθνος – κράτος τους με τη λογική «να μη χασουμε εμείς». Κλασικό δείγμα τέτοιας συμπεριφοράς η αντιευρωπαϊκή δεξιά στη Μ. Βρετανία, με προεξάρχοντα τον λαϊκιστή Φάραντζ ο οποίος εξαφανίστηκε μετά το Brexit. Ο κίνδυνος για τη διάλυση της Ευρωζώνης δεν προέρχεται από την Αυστρία, ή από χώρες που κινδυνεύουν να αναδείξουν ακροδεξιές κυβερνήσεις, αλλά από τις δύο μεγάλες χώρες (Γερμανία – Γαλλία), από τις εκρηκτικές αντιφάσεις που πυροδοτεί η υπεράσπιση των συμφερόντων τους και από τις ίδιες τις ενδογενείς αντιθέσεις που έχει το οικοδόμημα της ευρωζώνης.

Στις μέρες μας και μετα την εκλογή Τραμπ τα ερωτήματα είναι πολλά. Τέλος της PAXAMERICANA και της αμερικάνικης μονοκρατορίας; Τέλος η αλλαγή στρατηγικών συμμαχιών για τις ΗΠΑ του Τραμπ; Θα προχωρήσει -μπορεί όμως;- σε ένα προσεταιρισμό των Ρώσων, στοχοποιώντας κεντρικά την Κίνα, προσπαθώντας να την πολεμήσει εμπορικά, νομισματικά, ενεργειακά; Τέλος των υπαρχόντων συνόρων στην περιοχή της Μ. Ανατολής και ποια νέα ισορροπία μπορεί να επιτευχθεί και ποιο βάθος χρόνου ύπαρξης μπορεί να έχει; Οδεύουμε σε μια μικρή επιστροφή στην εθνική βάση – τουλάχιστον των ιμπεριαλιστικών μεγάλων δυνάμεων – που θα σημαίνει και μια ανάπαυλα ή στασιμότητα της ανάπτυξης του καπιταλισμού σε άλλες περιοχές; Θα υπάρξει τέλος των διατλαντικών συμφωνιών εμπορίου ή πάγωμά τους και επαναδιαπραγμάτευση; Προφανώς αυτή τη στιγμή πέραν της πίεσης ή της στοχοποίησης της Κίνας από τις ΗΠΑ, πιέζεται και η ΕΕ (ακόμη κι αν η Μέρκελ προβάλλει σαν το «αντίπαλο δέος» και παγκόσμιος εξισορροπιστής του Τραμπ στην Ευρώπη), ενώ στην Ανατολή τον ρόλο αυτό αγκομαχεί να αναλάβει η Ιαπωνία.

Στην περιοχή μας τα πράγματα θα αλλάξουν. Ισορροπίες, σύνορα, συμμαχίες, κρατικές οντότητες, εθνικές φιλοδοξίες κλπ. Αυτό βέβαια δεν θα γίνει άμεσα. Θέλει τον χρόνο του, έχει τους ρυθμούς του. Όμως αυτό που δεν θα αλλάξει –γιατί επί της ουσίας δεν αμφισβητείται- είναι οι σχέσεις εκμετάλλευσης αλλά και οι σχέσεις μεταξύ κυρίαρχων κρατών και κυριαρχούμενων, στο βαθμό που δεν υπάρχει το πραγματικό αντίπαλο δέος. Η δε περιοχή της Ν.Α. Μεσογείου θα παραμένει εύφλεκτη και διαρκώς ευάλωτη όσο δεν αναδύονται μαζικά και γνήσια λαϊκά και αντιιμπεριαλιστικά κινήματα. Η περίπτωση της Συρίας είναι ενδεικτική του κενού αλλά και των καταστροφικών του επιπτώσεων.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην Ιταλία είναι μια ακόμα ρωγμή στην ιμπεριαλιστική και νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που στην Ευρώπη εκφράζεται και συμβολοποιείται με την ευρωζώνη και την ΕΕ. Προστίθεται στο βρετανικό ΟΧΙ, εμφανίζει παραπλήσια κοινωνικά και ταξικά χαρακτηριστικά. Το ιταλικό ΟΧΙ δεν είναι ενα καθαρό όχι στην ευρωζώνη παρόλο που περιέχει και υποστηρίχθηκε απο δυνάμεις που καθαρά θέτουν το ζήτημα της αποχώρησης απο το ευρώ. Είναι όμως μια ρωγμή που μαζί με το BREXIT δημιουργούν πονοκέφαλο στο διευθυντηριο Βερολίνου-Βρυξελλών. Αποτελεί και μια ευκαιρία και για την Ελλαδική μας περίπτωση να αυξηθεί ο προβληματισμός και να τεθεί με διαφορετικούς όρους η αποδέσμευσή μας απο Ευρώ και ΕΕ. Το ιταλικό ΟΧΙ υποστηρίχθηκε από πληβεία ταξικά στρώματα (βλ. Ιταλικό Νότο αλλά και τις εργατικές ομοσπονδίες) ενώ βρήκε αντιμέτωπό του τον ιταλικό σύνδεσμο βιομηχάνων καθώς και όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα (ντόπιο και διεθνές). Ο φόβος μάλιστα βρίσκεται ακριβώς εκεί, στην καρδιά του κτήνους, δηλαδή στο τραπεζικό σύστημα που στην Ιταλία παραπαίει και μπορεί να δημιουργήσει αλυσιδωτές κρίσιμες καταστάσεις στην ΕΚΤ και βεβαίως σε όλες τις τράπεζες της ευρωζώνης. Οι πολιτικές δυνάμεις του ΟΧΙ δεν είναι ουτε όμοιες ούτε εχουν το ίδιο πρόγραμμα (η ακροδεξιά λίγκα καθως και ο δεξιός Μπερλουσκόνι δεν μοιάζουν σε τίποτα με την ιταλική αριστερά ή τα εργατικά συνδικάτα). Το κεντρικό όμως είναι ότι υπάρχει και καταγράφεται διαρκώς ενας δυναμικός ευρωσκεπτικισμός που ασφυκτιά να εκφραστεί.

Τα ελπιδοφόρα ΟΧΙ των λαών εκφράζουν την υλική, πραγματική βάση που έχει η μαζική αντίθεση στην παγκοσμιοποίηση και τον νεοφιλελευθερισμό. Πολιτικά φαινόμενα σαν την εκλογή Τραμπ ή την εδραίωση Λεπέν πατούν σε αυτή την υλική βάση, δεν έχουν όμως τίποτα το θετικό. Αποτελούν πισωγύρισμα για την εργαζόμενη πλειοψηφία καθώς στέκονται στο έδαφος ενός νεοφιλελευθερισμού των «εθνικών ορίων». Αποτελούν όμως επιβεβαίωση της γνωστής ρήσης ότι το κενό δεν διαρκεί πολύ, καλύπτεται από κάποιους, αν κάποιοι άλλοι δεν πάρουν τις αναγκαίες και βαθιές πρωτοβουλίες για να το καλύψουν. Σήμερα αναζητείται μια Αριστερά που να μπορεί να αντιληφθεί τις υπαρκτές και εν δυνάμει θετικές κοινωνικές διεργασίες, να προχωρήσει σε θεωρητική και πολιτική τομή με ένα παρελθόν που βαρύνεται από την αποδοχή της παγκοσμιοποίησης, να ηγηθεί ενός νέου και πιο ουσιαστικού κύκλου αγώνων ενάντια στην ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση και στις σχέσεις κυριαρχίας που περιλαμβάνει, γενικεύοντας ταυτόχρονα το θέμα της χρεοκοπίας του καπιταλισμού.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ