Η μεταβατική περίοδος στην πορεία προς το σοσιαλισμό και η ΝΕΠ (Α’ & Β’ Μέρος)

0
808
fyrom
Α’ Μέρος.

Στην επέτειο των εκατό χρόνων από την Οχτωβριανή επανάσταση οργανώνονται στη χώρα πλήθος δραστηριότητες κάθε είδους. Από την έκδοση μεγάλου αριθμού βιβλίων, τα μεγάλα αφιερώματα, θετικά και αρνητικά, σε εφημερίδες και περιοδικά, συγκεντρώσεις, συζητήσεις και ημερίδες.

Διατυπώνονται ενδιαφέρουσες απόψεις που συνεισφέρουν στη διερεύνηση των βασικών πλευρών του Οκτώβρη, στην εξέλιξη της απόπειρας σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και φυσικά στις αιτίες της ήττας της, υπάρχουν όμως και απόψεις που χαρακτηρίζονται από εμπάθεια, από την υιοθέτηση του χυδαίου αντικομουνισμού, χαρακτηριστική περίπτωση η προσπάθεια ταύτισης του κομμουνισμού με τον φασισμό που επιχειρείται σχεδιασμένα από τις αστικές δυνάμεις σ’ ολόκληρη την Ευρώπη με την αξιοποίηση κυβερνήσεων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ευρωπαϊκών θεσμών. Η επιδίωξη είναι οι αντιλήψεις αυτές να αποτελέσουν βασικό στοιχείο των κυρίαρχων ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων στην Ευρώπη και παγκόσμια. Μέσω της εξίσωσης κομμουνισμού και φασισμού, της αμαύρωσης της θετικής προσφοράς του Οκτώβρη και των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, επιχειρείται να εμφανιστεί ο σοσιαλισμός ως μια εγκληματική δικτατορία που το χαρακτηριστικό της ήταν η καταπίεση, η εκμετάλλευση των ανθρώπων, τα γκούλαγκ και τα στρατόπεδα εργασίας και φυσικά να εξαγνιστεί η κεφαλαιοκρατία για όλα τα εγκλήματα της.

V.I. Lenin

Θεωρούμε ότι η προσπάθεια εξαγωγής χρήσιμων συμπερασμάτων από την πλευρά της αριστεράς και κυρίως της κομμουνιστικής και του εργατικού κινήματος μόνο αν χαρακτηρίζεται από μια ισορροπημένη και αντικειμενική διερεύνηση με βάση το μαρξισμό και τον ιστορικό υλισμό, χωρίς μονομέρειες, πότε το βάρος μονομερώς να πέφτει στις δύσκολες αντικειμενικές συνθήκες που υπήρχαν και να υποβαθμίζονται όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες και πότε να μειώνονται μέχρι εξαφάνισης οι μεγάλες δυσκολίες και το βάρος να δίνεται σε υπαρκτές αρνητικές πλευρές, τραγικές πολλές φορές και φυσικά καταδικαστέες, που όμως σε τελική ανάλυση είναι φαινόμενα παράγωγα και αν δεν δει κανείς τις αιτίες τους υπάρχει κίνδυνος να καταλήξει σε συμπεράσματα για κοινωνίες του κρατικού καπιταλισμού, για κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς νέους πέρα από τον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, για σχηματισμούς που κυριάρχησε η γραφειοκρατία την οποία περιγράφουν ως νέα εκμεταλλευτική κοινωνική τάξη, που όμως σε καμιά περίπτωση δεν πληροί τα βασικά που χαρακτηρίζουν τις κοινωνικές τάξεις με βάση το μαρξισμό και να αποδοθεί η ήττα σε αυτά τα όντως υπαρκτά φαινόμενα. Όποιος θεωρεί ότι καταγγέλλοντας με τα πιο μελανά χρώματα τη Σοβιετική Ένωση για ολοκληρωτισμό, για εκτοπίσεις, εκτελέσεις, για έλλειψη δημοκρατίας θα προσελκύσει πιο εύκολα το ενδιαφέρον των εργαζομένων ή θα τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τον αντίπαλο αυταπατάται. Ο αντίπαλος ελάχιστα ενδιαφέρεται για τη Σοβιετική Ένωση και τα δεδομένα του σοσιαλιστικής οικοδόμησης, τον ενδιαφέρει πρωτίστως να πλήξει το μαρξισμό ως ιδεολογία και το σοσιαλισμό ως προοπτική απελευθέρωσης των εργαζομένων από τα δεσμά της κεφαλαιοκρατίας, να παραμείνει η εργατική τάξη υποταγμένη και απαθής.

Η συζήτηση γύρω από αυτά τα θέματα φυσικά δεν πρόκειται να σταματήσει και εμείς θα τοποθετούμαστε κάθε φορά που θα το θεωρούμε σκόπιμο, σε αυτό όμως το άρθρο θα ασχοληθούμε με ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που αγγίζει την καρδιά της μαρξιστικής λενινιστικής θεωρίας, δηλαδή το κράτος και τους μετασχηματισμούς που λαμβάνουν χώρα μετά την επανάσταση και τη νίκη της εργατικής τάξης, με τις φάσεις που ακολουθεί η εξέλιξη ως την αναπτυγμένη κομμουνιστική κοινωνία.

Σχετικά με αυτό το θέμα ο Ριζοσπάστης του Σαββατοκύριακου 16-17 Δεκέμβρη[1] γράφει: «Οι λαθροχειρίες σχετικά με το χαρακτήρα και τους στόχους της ΝΕΠ αξιοποιούνται συχνά για να υποστηριχθεί η αναγκαιότητα μιας «μεταβατικής» εποχής- κοινωνίας που θα προετοιμάζει δήθεν το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Είναι λαθεμένη η προσέγγιση που υποστηρίζει την ύπαρξη «μεταβατικών κοινωνιών”, με ξεχωριστά χαρακτηριστικά τόσο σε σχέση με τον καπιταλισμό, όσο και σε σχέση με το σοσιαλισμό… Ανάμεσα στον καπιταλισμό και την κατώτερη φάση του κομμουνιστικού σχηματισμού (σοσιαλισμός) δεν μπορεί να μεσολαβήσει κάποιο αυτοτελές στάδιο με τα δικά του χαρακτηριστικά και νομοτέλειες, μια «μεταβατική περίοδος», ως ιστορική φάση πλήρως διακριτική και ξέχωρη τόσο από τον καπιταλισμό, όσο και από τον κομμουνιστικό σχηματισμό. Τέτοιες αντιλήψεις και πρακτικές ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες στην ενίσχυση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, στην ανάπτυξη και το γιγάντωμα αστικών στρωμάτων και τελικά στην πλήρη επικράτηση της αντεπανάστασης».

Στο απόσπασμα αυτό διακρίνεται με σαφήνεια ότι ολόκληρη η περίοδος από τη νίκη της εργατικής τάξης σε βάρος της αστικής ως την αναπτυγμένη κομμουνιστική κοινωνία, την οποία ονομάζει σοσιαλισμό είναι κάτι ενιαίο. Δηλαδή δεν μεσολαβεί κάτι διαφορετικό, κάτι ευδιάκριτο σχετικά με το είδος της εξουσίας ολόκληρη αυτή την περίοδο και τα ιδιαίτερα καθήκοντα που αυτή έχει. Νικά η εργατική τάξη, δημιουργείται η πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας και ολοκληρώνεται με την ανώτερη φάση της, τον κομμουνισμό. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτη η προσπάθεια του αρθρογράφου να ταυτίσει κάθε αναφορά σε μεταβατική περίοδο με την πολιτική που αναπτύσσει τις καπιταλιστικές σχέσεις στην Κίνα και γενικότερα με την ενίσχυση των εμπορευματικών χρηματικών σχέσεων και την ανάπτυξη των αστικών στρωμάτων στις κοινωνίες αυτές και την πλήρη επικράτηση της αντεπανάστασης.

Το ΝΑΡ επίσης στα προγραμματικά κείμενα του κάνει λόγο για αντικαπιταλιστική πάλη, αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, αντικαπιταλιστικό μέτωπο και αντικαπιταλιστική επανάσταση. Στο τελευταίο, τον 4ο συνέδριο του, τροποποιεί κάπως τη θέση του για το χαρακτήρα της επανάστασης και την αναφέρει ως «εργατική αντικαπιταλιστική επανάσταση με σύγχρονο κομμουνιστικό περιεχόμενο, αναφέροντας ότι, θα έχει κοινωνικό υποκείμενο την πρωτοπόρα εργατική τάξη και τη συμμαχία της με τα λαϊκά στρώματα, θα είναι αντικαπιταλιστική καθώς θα συντρίψει το αστικό κράτος, θα ανατρέψει την αστική εξουσία και κυριαρχία, θα εγκαθιδρύσει εργατική εξουσία- δημοκρατία και θα επιφέρει αποφασιστικά αντικαπιταλιστικά πλήγματα, θα ενεργοποιήσει τη διαδικασία μετάβασης στον κομμουνισμό…».

Η πρώτη παρατήρησή μας είναι ότι στην κομμουνιστική φιλολογία, στους κλασικούς και όχι μόνο, δεν υπάρχει αναφορά σε αντικαπιταλιστική επανάσταση, αλλά από τη στιγμή που την επανάσταση πραγματοποιεί η εργατική τάξη με πρόγραμμα την ανατροπή της αστικής τάξης και την εγκαθίδρυση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής αναφέρεται ως σοσιαλιστική επανάσταση και είναι η μόνη δυνατή επανάσταση που μπορεί να πραγματοποιηθεί στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού. Το ερώτημα όμως είναι γιατί χαρακτηρίζεται ως αντικαπιταλιστική επανάσταση και προφανώς πρέπει να υπάρχει σοβαρός λόγος. Επιπλέον προκαλεί εντύπωση η επιμονή στον όρο αντικαπιταλιστικός. Αυτό ενδεχομένως μπορούσε να εξηγηθεί όσον αφορά την πάλη του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος πριν την επανάσταση με την έννοια ότι όλη η δράση του στρέφεται εναντίον του καπιταλισμού, οι διεκδικήσεις έχουν αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα, είτε αφορούν σε μικρότερα θέματα, οικονομικές διεκδικήσεις (ένα γενικό αίτημα π.χ. για τις συντάξεις ή για το χρόνο εργασίας έχει σαφώς αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα), είτε γενικότερες διεκδικήσεις και στόχοι ως και την ανατροπή της κεφαλαιοκρατίας. Θεωρούμε ότι στην καλύτερη περίπτωση δεν υπάρχει λόγος η επανάσταση να χαρακτηρίζεται αντικαπιταλιστική, με ένα όρο αρνητικό και όχι με το θετικό περιεχόμενο της.

«Η εξουσία που εγκαθίστανται μετά την επανάσταση, αναφέρεται στο κείμενο, είναι εργατική εξουσία. Στη φάση αυτή η εργατική τάξη είναι, κατά το κείμενο, πολιτικά ηγεμονεύουσα δύναμη, όχι όμως και κοινωνικά, εγκαθιδρύει ένα μισοκράτος, το οποίο εξελίσσεται σε εργατική δημοκρατία (3ο συνέδριο του ΝΑΡ), ή εξελίσσεται σε πρωτότυπη και πλέρια εργατική δημοκρατία ( 4ο συνέδριο ΝΑΡ). Η ολοκληρωτική νίκη, συνεχίζει το κείμενο, της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και της εργατικής εξουσίας ανοίγει νέο κύκλο μετάβασης προς την πλήρη κομμουνιστική χειραφέτηση… το κύριο καθήκον αυτής της περιόδου θα είναι δημιουργικό» [2].

Με βάση τα προηγούμενα η μεταβατική περίοδος από την κεφαλαιοκρατική κοινωνία στην κομμουνιστική έχει δύο φάσεις, στην πρώτη αντιστοιχεί η εργατική εξουσία με καθήκοντα, κατά το κείμενο, κατασταλτικά της αστικής τάξης και των μηχανισμών της και σταθεροποίησης της εργατικής εξουσίας, ενώ στη δεύτερη φάση εντάσσονται τα δημιουργικά καθήκοντα, η δημιουργία των προϋποθέσεων της κομμουνιστικής κοινωνίας και φυσικά βλέπει διαφοροποιημένο και το χαρακτήρα της πολιτικής εξουσίας. Στην πρώτη φάση η εξουσία είναι η Δικτατορία του Προλεταριάτου και στη δεύτερη η Εργατική δημοκρατία ή Πλέρια Δημοκρατία, υπονοώντας ότι η Δικτατορία του Προλεταριάτου δεν είναι δημοκρατία υπέρ των εργαζομένων, ενώ η δεύτερη είναι πλήρης εργατική δημοκρατία για όλους, το κείμενο δεν φαίνεται να της δίνει σαφώς καθορισμένο ταξικό πρόσημο, να εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα, κάτι σαν το «παλλαϊκό» κράτος. Με βάση όμως και μαρξιστική θεωρία μετά τη δικτατορία του προλεταριάτου δεν υπάρχει άλλη ταξική εξουσία, το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου από νεκρώνεται, η κοινωνία είναι πλέον αταξική.

Κατά συνέπεια το ΝΑΡ τη μεταβατική περίοδο τη διαχωρίζει σε δύο στάδια στα οποία η πολιτική εξουσία και τα καθήκοντα είναι σαφώς διαφοροποιημένα μεταξύ τους. Το ερώτημα που τίθεται είναι για ποιο λόγο η μεταβατική περίοδος να διαχωρίζεται σε δύο στάδια από τη στιγμή που την εξουσία και στις δύο περιπτώσεις κατέχει η εργατική τάξη και τα καθήκοντά που υλοποιεί είναι η ωρίμανση των προϋποθέσεων της κομμουνιστικής κοινωνίας, ο επαναστατικός μετασχηματισμός της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας σε κομμουνιστική και το σύνολο των καθηκόντων της, κατασταλτικών και δημιουργικών διαπλέκονται από την πρώτη ως την τελευταία ημέρα της ζωής της και αυτό γιατί σε όλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου το καθήκον της υπεράσπισης της επανάστασης υπάρχει, όπως επίσης και το καθήκον της δημιουργίας των προϋποθέσεων του κομμουνισμού.

Θεωρούμε και τις δύο αυτές θέσεις ως σοβαρή εκτροπή από τον επιστημονικό σοσιαλισμό και επικίνδυνη για τα κομμουνιστικά κόμματα και την προοπτική της επανάστασης και της νέας κοινωνίας. Η χρήση από τους κομμουνιστές της μαρξιστικής θεωρίας δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, άλλες θέσεις να είναι δεκτές και άλλες να απορρίπτονται και να αντικαθίστανται με κάτι διαφορετικό. Η μαρξιστική θεωρία είναι ενιαίο ολοκληρωμένο σύνολο και θεωρούμε κάθε προσπάθεια επαναδιατύπωσης της επικίνδυνη πέρα από προθέσεις. Μπορεί μεν οι θέσεις που προαναφέραμε να μην έχουν εμφανείς επιπτώσεις στη δράση των κομμουνιστικών κομμάτων σήμερα, στο μέλλον όμως θα οδηγήσουν σε σοβαρή αλλοίωση της θεωρίας και των κομμουνιστικών χαρακτηριστικών.

Ο ισχυρισμός μας αυτός, αναφορικά με την αναγκαιότητα της μεταβατικής περιόδου με μεγάλη ευκολία αποδεικνύεται από τις αναφορές των κλασικών σχετικά με το θέμα. «Ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική και στην κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της μιας στην άλλη. Και σε αυτή την περίοδο αντιστοιχεί μια πολιτική μεταβατική περίοδος, που το κράτος της δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου»[3]γράφει ο Μαρξ, ενώ ο Λένιν, «η δικτατορία μιας τάξης είναι αναγκαία όχι μόνο για κάθε ταξική κοινωνία γενικά, όχι μόνο για το προλεταριάτο, που έχει ανατρέψει την αστική τάξη, μα για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο που χωρίζει τον καπιταλισμό από την «αταξική κοινωνία», από τον κομμουνισμό»[4].

Από τα παραπάνω προκύπτει με σαφήνεια ότι ολόκληρη η ιστορική περίοδο μετά την ανατροπή της αστικής τάξης κατά την οποία το κράτος είναι αυτό της δικτατορίας του προλεταριάτου, της εργατικής τάξης, της συγκροτημένης σε κυρίαρχη τάξη, ως την κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας είναι περίοδος μεταβατική. Στη διάρκεια της συντελούνται μακρόχρονα «κοιλοπονήματα», όπως αναφέρει ο Μαρξ τους επαναστατικούς μετασχηματισμούς της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και των αντίστοιχων κοινωνικών σχέσεων σε σοσιαλισμό. «Μόνο με τη λήξη αυτής της περιόδου μπορεί να γίνει λόγος για κομμουνιστική κοινωνία και μάλιστα για την πρώτη, την κατώτερη φάση της, το σοσιαλισμό’[5].

Θα μπορούσε οι αναφορές των Μαρξ και Λένιν σχετικά με τη μεταβατική περίοδο που παραθέσαμε να περιλαμβάνουν το σύνολο της ιστορικής διαδρομής ως την ώριμη κομμουνιστική κοινωνία, τον κομμουνισμό, δηλαδή ο σοσιαλισμός να είναι μια κοινωνία με ταξικές αντιθέσεις, με κράτος και με όσα το συνοδεύουν που κάνει την εμφάνισή του από την πρώτη ημέρα μετά τη νίκη επί της αστικής τάξης; Θεωρούμε πως όχι. Ο Μαρξ στην Κριτική του προγράμματος της Γκότααναφέρει: «Μέσα στη συντροφική κοινωνία, τη θεμελιωμένη στην κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής, οι παραγωγοί δεν ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους. Το ίδιο και η εργασία που έχει ξοδευτεί για την παραγωγή προϊόντων δεν παρουσιάζεται εδώ σαν αξία αυτών των προϊόντων, σαν μια εμπράγματη ιδιότητα που έχουν».[6] Η συντροφική κοινωνία που αναφέρει ο Μαρξ είναι «η κοινωνία που δεν έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση, μα αντίθετα, όπως ακριβώς προβάλλει από την κεφαλαιοκρατική κοινωνία, που από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά είναι γεμάτη με τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, που από τους κόλπους της βγήκε[7]» και η κοινωνία αυτή χαρακτηρίζεται από κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής και από την έλλειψη ανταλλαγής, έχει ξεπεραστεί πλέον η αγορά. Έτσι περιγράφει την κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, το σοσιαλισμό, μια κοινωνία όπου τα μέσα παραγωγής δεν είναι απλά κρατικοποιημένα, αλλά έχουν γίνει κοινό κτήμα όλων, τα διαχειρίζονται και τα διευθύνουν όλοι από κοινού, δεν υπάρχει αγορά, τα προϊόντα δεν ανταλλάσσονται. Στην κοινωνία αυτή, την κατώτερη κομμουνιστική κοινωνία, η κατανομή των αγαθών γίνεται με βάση την ποσότητα της εργασίας που καθένας προσφέρει. Σχετικά με το δίκαιο που ισχύει, αναφέρεται ότι «το αστικό δίκαιο δεν έχει ξεπεραστεί ακόμη εντελώς και μαζί με το μισό αστικό δίκαιο, σημειώνει ο Λένιν, δεν εξαφανίζεται ακόμη και το (μισο) αστικό κράτος»[8]. Κατά τον Λένιν στο σοσιαλισμό η πορεία απονέκρωσης του κράτους έχει προχωρήσει, χωρίς όμως να έχει απονεκρωθεί ολοκληρωτικά.

Αν θεωρηθεί ότι ο σοσιαλισμός είναι ολόκληρη η περίοδος ως την αναπτυγμένη κομμουνιστική κοινωνία τότε οι αντιφάσεις που προκύπτουν και δεν μπορούν να απαντηθούν είναι πολλές. Π.χ. ρητά ο Μαρξ γράφει ότι η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου είναι η εξουσία της μεταβατικής περιόδου, με βάση όμως της συγκεκριμένη αντίληψη η δικτατορία του προλεταριάτου είναι εξουσία και του σοσιαλισμού.

Η αμοιβή των εργαζομένων στο σοσιαλισμό γίνεται με βάση το χρόνο εργασίας, κάτι που δεν ίσχυσε σε καμία χώρα που οικοδομούσε το σοσιαλισμό και δεν μπορούσε να ισχύσει. Στη μεταβατική περίοδο η ανάγκη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, άρα και η ανάγκη συνειδητής και αποδοτικής εργασίας είναι μεγάλη, τη στιγμή που η ανεπτυγμένη συνείδηση των εργαζομένων και η εργασιακή πειθαρχία ήταν ακόμη ζητούμενο και αυτό είχε σε μεγάλο βαθμό βάση αντικειμενική λόγω των αστικών επιρροών στους εργαζόμενους και της ανεπάρκειας των αγαθών.

«Σε μια ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, αναφέρει στη συνέχεια ο Μαρξ διαχωρίζοντας την από την προηγούμενη φάση, όταν θα έχει εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας και μαζί της και η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και στην σωματική δουλειά, όταν η εργασία θα έχει γίνει όχι μόνο μέσο για να ζεις, αλλά και η πρώτη ανάγκη της ζωής, όταν με την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων θα έχουν αναπτυχθεί και οι παραγωγικές δυνάμεις και θα αναπτύσσονται πιο άφθονα όλες οι πηγές του κοινωνικού πλούτου, τότε μόνον θα μπορέσει να ξεπεραστεί ολότελα ο στενός ορίζοντας του αστικού δικαίου και θα γράψει η κοινωνία στη σημαία της: Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!» [9]. «Πότε θα γίνει αυτό πραγματικότητα; αναρωτιέται ο Λένιν, Όταν πρώτον θα εξαφανιστεί η αντίθεση πνευματικής και σωματικής εργασίας· δεύτερο, η δουλειά θα γίνει πρώτιστη ανάγκη της ζωής, η συνήθεια να εργάζεται κανείς θα γίνει κανόνας, χωρίς εξαναγκασμό· τρίτον, οι παραγωγικές δυνάμεις θα αναπτυχθούν σε μεγάλο βαθμό, θα υπάρχει αφθονία αγαθών. Είναι φανερό ότι η πλήρης απονέκρωση του κράτους μπορεί να γίνει μόνο σε αυτήν την ανώτερη βαθμίδα».[10]

Αυτή θα είναι μια κοινωνία χωρίς καθόλου αντιθέσεις, θα έχει ξεπεραστεί ολοκληρωτικά η αντίθεση σωματικής και πνευματικής εργασίας, η αντίθεση πόλης και χωριού, θα έχει εκλείψει εντελώς ο οποιοσδήποτε καταμερισμός εργασίας, θα υπάρχει όχι απλά επάρκεια αγαθών, κάτι που ισχύει και στην κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, αλλά αφθονία, θα αναβλύζουν τα αγαθά, τότε απονεκρώνεται ολοκληρωτικά το κράτος, η κοινωνία γίνεται πλέον κοινωνία των συνεταιρισμένων παραγωγών και φυσικά αυτό δεν μπορεί να συμβεί σε μια μόνο χώρα, αλλά παγκόσμια ή τουλάχιστον σε πλήθος χωρών και κυρίως στις μεγαλύτερες και πλέον ανεπτυγμένες.

Είναι βεβαίως γεγονός ότι ολόκληρη η περίοδος ως την κομμουνιστική κοινωνία έχει χαρακτήρα ενιαίο. Στη μεταβατική περίοδο δεν διαμορφώνεται κάποια αυτοτελής κοινωνία με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αυτοτελής κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός, είναι η περίοδος του επαναστατικού μετασχηματισμού του καπιταλισμού σε κομμουνισμό, όπου την εξουσία έχει η εργατική τάξη αλλά οι κοινωνικές σχέσεις στο σύνολό τους δεν είναι ακόμη κομμουνιστικές. Δεν είναι κοινωνία με καπιταλιστική χαρακτηριστικά οπωσδήποτε, δεν είναι όμως ακόμη και ολοκληρωμένος σοσιαλισμός, παρά μια κοινωνία σε συνθήκες μετάβασης της, μετασχηματισμού της σε σοσιαλιστική, η οποία μπορεί να οδηγήσει στον κομμουνισμό, μπορεί αν δεν συντρέξουν γι’ αυτό όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις να μπει σε κρίση και να κατρακυλήσει στον καπιταλισμό.

Είναι ακατανόητος ο τίτλος που θέτει ο Ριζοσπάστης «Σοσιαλισμός ή μεταβατική κοινωνία», σαν να βρίσκονται αυτά σε απόλυτη αντίθεση, δείγμα της εμμονής μήπως κάποιοι παρεμβάλλουν ενδιάμεσο κοινωνικό καθεστώς μεταξύ σοσιαλισμού και καπιταλισμού. Η εφημερίδα για να υποστηρίξει τη θέση της αναφέρει ότι, «τα καθήκοντα αυτά, εννοεί της οργάνωσης της παραγωγής, εντάσσονται από το Λένιν από το 1918 ακόμη στον τομέα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού». Φυσικά όλα τα μέτρα που λαμβάνονται κατά την μεταβατική περίοδο εντάσσονται στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ήδη σοσιαλισμός. Και με την ευκαιρία ορθό είναι όταν χρησιμοποιούμε τα κείμενα των κλασικών, να ανατρέχουμε για κάθε θέμα στο βασικό τους έργο που αναφέρεται στο θέμα αυτό και για το συγκεκριμένο θέμα είναι το έργο του Λένιν Κράτος και Επανάσταση και όχι σε τέσσερις πέντε λέξεις από ένα άρθρο του 1918 για την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα και μάλιστα να δίνονται πέντε- έξι λέξεις αυτές εντελώς αποκομμένες.

Στη μεταβατική περίοδο δεν έχουν εκλείψει τα αντίθετα συμφέροντα, ούτε οι αντιθέσεις, ίσα ίσα που πρέπει να αναμένεται η αντίδραση της αστικής τάξης με όλα τα μέσα, ιδιαίτερα το πρώτο διάστημα, και για το λόγο αυτό υπάρχει η πιθανότητα πισωγυρίσματος και ήττας. Αντίθετα στον κομμουνισμό, και στην κατώτερη φάση του τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει, αφού πλέον οι τάξεις, τα ταξικά συμφέροντα και οι ταξικές αντιθέσεις έχουν εκλείψει, ακόμη και σημαντικές αντιθέσεις μεταξύ ατόμων και ομάδων εντός της κοινωνίας. Τα υλικά αγαθά θα είναι άφθονα, ο εξουσιασμός και η καταπίεση θα έχουν εκλείψει, δεν θα υπάρχουν ουσιαστικές αιτίες που θα αποτελέσουν τη βάση γενικευμένων συγκρούσεων.

 


[1] Οι «λενινιστές» της συμφοράς, η ΝΕΠ και οι «μεταβατικές» κοινωνίες, Ριζοσπάστης Σάββατο 16 Δεκέμβρη 2017 – Κυριακή 17 Δεκέμβρη 2017, σελ. 13

[2]   Πρόταση προγραμματικής διακήρυξης στο 3ο συνέδριο του ΝΑΡ και θέσεις για το 4ο συνέδριο

[3] Καρλ Μαρξ Κριτική του προγράμματος της Γκότα , στο Μαρξ -Ένγκελ Διαλεχτά Έργα   τ. 2 σ. 24

[4] Λένιν Άπαντα τόμος 33 σ. 35

[5] Β. Λένιν   Ο μαρξισμός για το κράτος, Άπαντα τόμος 33 σελίδες 181 – 187

[6] Καρλ Μαρξ Κριτική του προγράμματος της Γκότα , στο Μαρξ -Ένγκελ Διαλεχτά Έργα   τ. 2 σ . 12

[7] Καρλ Μαρξ Κριτική του προγράμματος της Γκότα , στο Μαρξ -Ένγκελ Διαλεχτά Έργα   τ. 2 σ . 13

[8] Β. Λένιν   Ο μαρξισμός για το κράτος, Άπαντα τόμος 33 σελίδες 187

[9] Κριτική του προγράμματος της Γκότα, στο Διαδεχτά έργα Μαρξ – Ένγκελς, τόμος 2 σελίδα 14 -15

[10] Β. Λένιν   Ο μαρξισμός για το κράτος, Άπαντα τόμος 33 σελίδα 187

Β’ Μέρος.
Η νέα οικονομική πολιτική (ΝΕΠ)

Η μεταβατική περίοδος την οποία προβλέπει η μαρξιστική θεωρία είναι μια αναγκαία περίοδος στην πορεία της μετάβασης προς τον κομμουνισμό, σε κάθε περίπτωση και για όλες τις απόπειρες σοσιαλιστικής οικοδόμησης που επιχειρήθηκαν τον 20ο αιώνα και φυσικά για όσες θα υπάρξουν στο μέλλον, ανεξαρτήτως του επιπέδου ανάπτυξης και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε χώρας.

Η περίπτωση βεβαίως της Ρωσίας και της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ) που εφαρμόστηκε εκεί δεν πρόκειται να επαναληφθεί αυτούσια, κυρίως όσον αφορά το χαρακτήρα των συγκεκριμένων μέτρων που προέβλεπε, το πολύ μεγάλο περιθώριο που δόθηκε στη μικρή ιδιοκτησία και στις εμπορευματικές σχέσεις και ιδιαίτερα στις περισσότερο ανεπτυγμένες από την άποψη των παραγωγικών δυνάμεων χώρες. Πλήθος παραγόντων οικονομικών, κοινωνικών, ιστορικών και πολιτισμικών θα επιβάλλουν την ανάγκη μεταβατικής περιόδου, η οποία σημειωτέον δεν θα είναι ιδιαίτερα σύντομη. Οπωσδήποτε όμως η χρονική διάρκεια της, το ιδιαίτερο περιεχόμενο της, τα μέτρα που θα απαιτηθούν θα ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, δεν μπορεί όμως να καταστεί δυνατή η εισαγωγή απευθείας κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής.

Ο επαναστατικός μετασχηματισμός της καπιταλιστικής κοινωνίας, άρα και το περιεχόμενο της πολιτικής της μεταβατικής περιόδου εν συντομία αναφέρουμε πως αφορά στην καταστολή της αστικής τάξης και την υπεράσπιση της εργατικής δημοκρατίας, στην κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και στην πλήρη κοινωνικοποίηση τους, στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την αύξηση του κοινωνικού πλούτου, στη μεταμόρφωση των αστικών σχέσεων παραγωγής και συνολικά των κοινωνικών σχέσεων σε κομμουνιστικές, στη μεταμόρφωση των ανθρώπων, ώστε να είναι ικανοί συλλογικά να διαχειριστούν την οικονομία και συνολικά τις κοινωνικές υποθέσεις.

Μια βασική αναγκαιότητα είναι μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η αύξηση του πλούτου, η επάρκεια αγαθών ώστε να αντιμετωπιστεί η ανέχεια των ανθρώπων και οι ανταγωνισμοί μεταξύ τους. «Πρέπει να υπάρχει ένας κόσμος πλούτου και πολιτισμού, σημειώνει ο Μαρξ. Αυτό προϋποθέτει μια μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ένα υψηλό βαθμό ανάπτυξής τους. Αυτή η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι μια απόλυτα αναγκαία πραγματική προϋπόθεση, γιατί χωρίς αυτήν η υστέρηση θα γινόταν απλώς γενική και με τη φτώχεια θα ξανάρχιζε ο αγώνας για τα αναγκαία και θα αναπαράγονταν αναγκαστικά όλες οι παλιές βρωμιές».[1]

Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων προϋποθέτει πλατιά εισαγωγή στην παραγωγή της επιστήμης και των σύγχρονων τεχνολογικών ανακαλύψεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό η παραγωγικότητα της εργασίας και θα αυξηθεί κατακόρυφα ο κοινωνικός πλούτος. Η εκμηχάνιση της παραγωγής και στην πορεία η πλατιά χρήση του αυτοματισμού τροποποιεί ουσιαστικά την εργασία. Η εργασία από ατομική δραστηριότητα, ή δραστηριότητα από κοινού περιορισμένου αριθμού εργαζομένων μετατρέπεται σε συντονισμένη δράση χιλιάδων και δεκάδων χιλιάδων εργαζομένων, η κοινωνική οργάνωση και διεύθυνση της παραγωγής γίνονται αντικειμενική αναγκαιότητα. Η εργασιακή δραστηριότητα εμπεριέχει πλέον όλο και περισσότερο επιστημονικά και διανοητικά στοιχεία, γίνεται πιο πολύ διανοητική εργασία, οι μυϊκές δυνάμεις και η επιδεξιότητα των χεριών έχουν όλο και λιγότερη σημασία. Μέσω αυτής της διαδικασίας ξεπερνιούνται πλήθος παραγόντων που εμποδίζουν την εισαγωγή των κομμουνιστικών σχέσεων στην παραγωγή.

Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και η μείωση της χειρωνακτικής εργασίας αφενός μεν δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την απαλλαγή των εργαζομένων από την «υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό εργασίας»[2] και συνάμα αμβλύνει κατά πολύ την αντίθεση πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, μειώνει των εργάσιμο χρόνο, αυξάνοντας σημαντικά τον ελεύθερο. Στη σημασία του ελεύθερου χρόνου αναφέρθηκε ο Μαρξ γράφοντας ότι «η σφαίρα της υλικής παραγωγής θ’ αποτελεί πάντα το «βασίλειο της ανάγκης, ενώ το βασίλειο της ελευθερίας αναπτύσσεται μόνο στη σφαίρα του ελεύθερου χρόνου». [3] Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται οι προϋποθέσεις και δυνατότητες για το συνολικό ανέβασμα του μορφωτικού επιπέδου του λαού. Τροποποιώντας βαθιά τις σχέσεις παραγωγής και συνολικά τις κοινωνικές σχέσεις, αλλάζει ουσιαστικά και ο παράγοντας άνθρωπος ως συνειδητά εργαζόμενος και αποδοτικός, ως πολίτης που παίρνει συνειδητά μέρος στη διαχείριση της οικονομίας και γενικότερα των συλλογικών κοινωνικών υποθέσεων, που έχει αποβάλει σε μεγάλο βαθμό την εγωιστική συμπεριφορά, τις ανταγωνιστικές διαθέσεις και αναπτύσσει τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη. Σε αυτή τη βάση και με εξαιρετικά επίπονες προσπάθειες είναι δυνατή η υπέρβαση της μικροϊδιοκτησίας και των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων, η αντιμετώπιση του φαινομένου της γραφειοκρατίας. η τεράστια αυτή προσπάθεια είναι καθήκον της εργατικής εξουσίας και του Κομμουνιστικού κόμματος. Η πολιτική είναι που έχει την πρωτοβουλία και την πρωτοκαθεδρία δεν δρα όμως βουλησιαρχικά, αλλά μέσα στα πλαίσια και τις δυνατότητες που δίνει η διαμορφωμένη κατάσταση με σαφή και σταθερό όμως προσανατολισμό και στόχο.

Κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής δεν είναι απλά η κρατικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων και της γης, ούτε όλων των μέσων παραγωγής μόνο, όπως λανθασμένα θεωρούνταν στο κομμουνιστικό κίνημα. Δεν ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς της με την ατομική ιδιοκτησία και τον καπιταλισμό η επαναστατική εξουσία προωθώντας την κρατικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων και των μεγάλων περιουσιών, αλλά με την ουσιαστική μετατροπή τους σε κοινωνική ιδιοκτησία, περιουσία ολόκληρης της εργατικής τάξης και τη δημιουργία των προϋποθέσεων να πάρει η εργατική τάξη συλλογικά τη διαχείριση στα χέρια της. Πρέπει να μειώνεται καθημερινά ο ρόλος και η ανάγκη της ύπαρξης ειδικών για τη διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων, να φθάσει στο σημείο αυτό να το κάνει το σύνολο των εργαζομένων, «να μπορεί και η μαγείρισσα να διοικεί το κράτος», όπως έλεγε ο Λένιν, κάτι που όμως αποδείχθηκε ακατόρθωτο στις συνθήκες της Ρωσίας.

Ο Λένιν προς το τέλος της ζωής του είδε το πρόβλημα της γραφειοκρατίας στη σοβιετική Ρωσία σε όλο το βάθος του και τους κινδύνους που περιέκλειε προοπτικά, τις τεράστιες δυσκολίες που υπήρχαν για να ξεπεραστεί. «Η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας θα χρειαστεί δεκαετίες, έλεγε, η εξάλειψη της είναι ζήτημα ολόκληρης εποχής. Μπορεί να διώξει κανείς τον τσάρο, να διώξει τους τσιφλικάδες, να διώξει τους καπιταλιστές. Όμως δεν μπορείς να διώξεις τη γραφειοκρατία»[4].

Η ΝΕΠ ήταν ένας αναγκαίος προσωρινός ελιγμός της πολιτικής του εργατικού κράτους, αναφέρει ο Ριζοσπάστης. «Ο μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος και η ιμπεριαλιστική επέμβαση, σε συνδυασμό με την αποδιοργάνωση που είχε προκαλέσει ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, είχαν καταβαραθρώσει την αγροτική παραγωγή στο μισό της προεπαναστατικής. Μια ανάλογη κατάσταση στη σοσιαλιστική βιομηχανία φανέρωνε την προσωρινή αδυναμία της εργατικής εξουσίας να εξασφαλίσει τον αναγκαίο όγκο προϊόντων για μια άμεση (κομμουνιστική) κατανομή στο χωριό[5]».

Στα παραπάνω περιλαμβάνεται η μισή αλήθεια και η μισή αλήθεια δεν είναι αλήθεια. Η εφαρμογή της ΝΕΠ, αναφέρει, ήταν ένας αναγκαστικός ελιγμός, σ’ αυτόν αναγκάστηκε η εργατική εξουσία στη Ρωσία, λόγω των συνθηκών που διαμόρφωσε ο Α΄Παγκόσμιος πόλεμος και ύστερα ο εμφύλιος πόλεμος που καταβαράθρωσε την αγροτική παραγωγή και την βιομηχανία. Χωρίς δηλαδή τους πολέμους θα ήταν δυνατή στη Ρωσία η εισαγωγή απευθείας, από την πρώτη στιγμή, των κομμουνιστικών σχέσεων κατανομής.

Από άλλη σκοπιά, άλλοι μελετητές ( άρθρο του Γιάννη Τόλιου για την ΝΕΠ) θεωρούν ότι η ΝΕΠ είναι η πολιτική της μεταβατικής περιόδου, έπρεπε να διατηρηθεί για πολύ περισσότερο χρόνο και πιθανότατα θα ήταν η λύση στην κρίση του Σοβιετικής Ένωσης και του υπαρκτού σοσιαλισμού το τέλος της δεκαετίας του ’80. Αν εφαρμόζονταν, ενδεχομένως, με άλλους ρυθμούς και όχι σε όλους τους τομείς ταυτόχρονα θα μπορούσε να βγάλει την ΕΣΣΔ από την κρίση και να διατηρηθεί ο σοσιαλιστικός δρόμος ανοιχτός.

Ας το δούμε συγκεκριμένα.

Η σοβιετική εξουσία δεν προχώρησε από την αρχή, αμέσως μετά από τον Οκτώβρη στην πολιτική του πολεμικού κομμουνισμού, αντίθετα προχώρησε με πολύ προσεκτικά βήματα. Η εθνικοποίηση γινόταν πολύ προσεκτικά αρχίζοντας από τις μεγάλες δημόσιες, κυρίως, επιχειρήσεις, τις τράπεζες, τους σιδηροδρόμους, τη γη, τον εμπορικό στόλο κ.λπ. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις αρχικά έμειναν τους ιδιοκτήτες τους και επιβλήθηκε σε αυτές με πάνω από 5 εργαζόμενους εργατικός έλεγχος στην παραγωγή, την αποθήκευση, τις πωλήσεις προϊόντων και στην αγορά πρώτων υλών και ο κυριότερος λόγος γι’ αυτό ήταν ότι έλειπαν οι δυνατότητες που θα διασφάλιζαν την οργάνωση και την αποδοτική διαχείριση των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων.

Η οικονομική πολιτική θα αλλάξει μετά την έναρξη της ιμπεριαλιστικής επέμβασης το Μάιο του 1918. Είχε ήδη οξυνθεί η κατάσταση στις επαρχίες με την άρνηση των πλούσιων χωρικών να πουλήσουν σιτηρά στο κράτος έναντι σταθερών κρατικών τιμών και η επισιτιστική κρίση έκανε την εμφάνισή της. Η κυβέρνηση επέβαλε ένα σύνολο μέτρων με κύριο την επιβολή κρατικού μονοπωλίου στα σιτηρά, την επιβολή σταθερών τιμών και την πάταξη του παραεμπορίου. Τα μέτρα αυτά περιόρισαν σε μεγάλο βαθμό την ελεύθερη αγορά αγροτικών προϊόντων, εντάθηκαν τα επόμενα χρόνια και εξελίχθηκαν σε αυτό που επεκράτησε με το όνομα «Πολεμικός Κομμουνισμός».

Οι αγρότες ήταν υποχρεωμένοι να παραδίδουν στο κράτος όλη την ποσότητα των αγροτικών προϊόντων που παρήγαγαν πάνω από τις καθορισμένες ποσότητες ατομικής κατανάλωσης και πληρώνονταν με πληθωριστικό χρήμα. Αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη δυσαρέσκεια των αγροτών, οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ της πόλης και του χωριού οξύνθηκαν, η συμμαχία εργατικής τάξης και αγροτών δέχθηκε σοβαρά πλήγματα. Άρχισαν εξεγέρσεις στις αγροτικές περιοχές, η αντίδραση των βιομηχανικών εργατών, στηρίγματος της εργατικής εξουσίας, λόγω των τεράστιων επισιτιστικών προβλημάτων τους δεν άργησε να έρθει και το αποκορύφωμα ήταν η εξέγερση του φρουράς της Κρονστάνδης και ορισμένων πληρωμάτων του στόλου της Βαλτικής. Ο κίνδυνος για τη σοβιετική εξουσία ήταν τεράστιος.

Η πολιτική του πολεμικού κομμουνισμού οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στις συνθήκες του εμφυλίου και των αναγκών να εφοδιαστούν οι πόλεις και ο στρατός με τρόφιμα. Δεν ήταν όμως μόνο οι πολύ δύσκολες συνθήκες που επικρατούσαν, αλλά ήταν προϊόν και των συγκεκριμένων αντιλήψεων που υπήρχαν στο μπολσεβίκικο κόμμα για την γρήγορη μετάβαση στη σοσιαλιστική κοινωνία και στις επικρατούσες δύσκολες συνθήκες η εφαρμογή τους βρήκε πρόσφορο έδαφος. Έτσι ο πολεμικός κομμουνισμός ουσιαστικά ήταν η επιβολή βουλησιαρχικά σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και κατανομής στο μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας. Κείμενα κορυφαίων ηγετικών στελεχών των μπολσεβίκων της περιόδου εκείνης κάνουν σαφή αναφορά στην ανάγκη κατάργησης του εμπορίου και ένταξης του πληθυσμού σε καταναλωτικές κομμούνες, ενώ στις αποφάσεις του 8ου συνεδρίου του ΚΚΡμπ τονιζόταν η ανάγκη να συνεχιστεί χωρίς παρεκκλίσεις η αντικατάσταση του εμπορίου με την σχεδιοποιημένη και οργανωμένη σε πανεθνική κλίμακα κατανομή των προϊόντων και η εισαγωγή μέτρων που να περιορίζουν τις χρηματικές συναλλαγές και να προετοιμάζουν το έδαφος για την κατάργηση του χρήματος.

Τα αποτελέσματα της πολιτικής του πολεμικού κομμουνισμού ήταν καταστρεπτικά για την οικονομία και την προοπτική της επανάστασης. Η οικονομία καταβαραθρώθηκε και η συμμαχία εργατικής τάξης και φτωχών και μεσαίων αγροτών, κύριο βάθρο της εργατικής εξουσίας κλονίστηκε, η υπόθεση της επανάστασης απειλούνταν σοβαρά. Η ώρα της αλλαγής πολιτικής είχε έρθει και θεσμοθετήθηκε με τις αποφάσεις του 10ου συνεδρίου του ΚΚΡμπ του Μάρτη του 1921.

Ο Λένιν καταδίκασε απερίφραστα τον πολεμικό κομμουνισμό. Στο άρθρο του «Η ΝΕΠ και τα καθήκοντα των επιτροπών πολιτικής διαφώτισης» αφού αναφέρεται σε απότομη στροφή της σοβιετικής εξουσίας από τον πολεμικό κομμουνισμό στην πολιτική της ΝΕΠ, αναφέρει ότι «η προηγούμενη οικονομική πολιτική(εννοούσε τον Πολεμικό Κομμουνισμό) προϋπέθετε αλογάριαστα πως η παλιά οικονομία της Ρωσίας θα περάσει αμέσως σε μια παραγωγή και κατανομή κρατική πάνω σε κομμουνιστικές αρχές…. μιλούσαμε για τα καθήκοντά μας στον τομέα της οικονομικής οικοδόμησης με πολύ μεγάλη φρόνηση και περίσκεψη απ’ ό,τι κάναμε στο δεύτερο εξάμηνο του 1918 και κατά τη διάρκεια ολόκληρου του 1919 και ολόκληρου του 1920».[6]

Η ΝΕΠ δεν ήταν αναγκαστικός ελιγμός τακτικού χαρακτήρα. Στις συνθήκες της Ρωσίας η ΝΕΠ, ή κάποιο είδος αντίστοιχης πολιτικής με μικρότερο ενδεχομένως άνοιγμα στο ιδιωτικό κεφάλαιο σε πιο ομαλές συνθήκες, ήταν η αναγκαία πολιτική που έπρεπε να ακολουθήσουν οι μπολσεβίκοι, ήταν αναγκαία πολιτική για σημαντικό χρονικό διάστημα. «Ήταν λανθασμένη αυτή η ενέργεια, της υιοθέτησης του πολεμικού κομμουνισμού, που έρχονταν σε αντίφαση με αυτά που αναφέραμε πριν σχετικά με το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, υπολογίζοντας πως χωρίς μια περίοδο σοσιαλιστικού υπολογισμού και ελέγχου δεν μπορούμε να φτάσουμε ούτε στην πιο χαμηλή βαθμίδα του κομμουνισμού. Στις θεωρητικές εργασίες μας, αρχίζοντας από το 1917, όταν το πρόβλημα της ανάληψης της εξουσίας ήταν στην ημερήσια διάταξη και οι μπολσεβίκοι το παρουσίασαν σε ολόκληρο το λαό, στη φιλολογία μας υπογραμμιζόταν κατηγορηματικά πως είναι απαραίτητο το μακρόχρονο και περίπλοκο πέρασμα από την καπιταλιστική κοινωνία (και θα ήταν τόσο πιο μακρόχρονο, όσο λιγότερο η κοινωνία αυτή είναι ανεπτυγμένη), πέρασμα διαμέσου του σοσιαλιστικού υπολογισμού και του ελέγχου, έστω σε μια τουλάχιστον πρόσβαση που οδηγεί στην κομμουνιστική κοινωνία».[7]

Κύριο στοιχείο της ΝΕΠ ήταν η πλήρης αποκατάσταση των εμπορευματικών χρηματικών σχέσεων, οι αγρότες είχαν τη δυνατότητα ελεύθερης διάθεσης των προϊόντων τους, να νοικιάζουν γη και να μισθώνουν εργατικά χέρια. Μεγάλος αριθμός βιομηχανικών επιχειρήσεων, κυρίως μικρών επιχειρήσεων, που είχαν εθνικοποιηθεί εκμισθώθηκαν σε ιδιώτες, ενώ οι επιχειρήσεις που παρέμεναν κρατικές εντάχθηκαν σε καθεστώς ιδιοσυντήρησης, περίπου σαν ανεξάρτητοι εμπορευματοπαραγωγοί. Στην πολιτική αυτή ο Λένιν έβλεπε μια πορεία σταδιακών μεταρρυθμίσεων που θα ανέπτυσσε την παραγωγή και θα αποκαθιστούσε τις σχέσεις της εργατικής εξουσίας με τους αγρότες και γενικότερα με τα μικροαστικά στρώματα της πόλης. Για την τεράστια σημασία της στάσης των αγροτών ο Λένιν έγραφε: « Όλο το ζήτημα είναι με ποιον θα πάει η αγροτιά- με το προλεταριάτο, που πάει να οικοδομήσει τη σοσιαλιστική κοινωνία, ή με τον καπιταλιστική που λέει: Ας γυρίσουμε πίσω, έτσι είμαστε πιο ασφαλείς, και αυτά περί σοσιαλισμού είναι επινοήσεις».[8]

Βασικό κίνητρο για την προσέλκυση των αγροτών και των μικρών επιχειρήσεων θεωρούσε το ιδιωτικό, ατομικό συμφέρον. Και όλα αυτά γιατί θεωρούσε ότι στη Ρωσία με το απέραντο πλήθος μικρομεσαίων παραγωγών οι εμπορευματικές σχέσεις «είναι η μόνη δυνατή η οικονομική σύνδεση ανάμεσα σε δεκάδες εκατομμύρια μικρογεωργούς και την μεγάλη βιομηχανία».[9]

Παράλληλα όμως αντιλαμβάνονταν και το διατύπωνε με σαφήνεια ότι η εφαρμογή της ΝΕΠ συνιστά υποχώρηση, στη διάρκεια της θα αναπτυχθεί η μικρή και μεσαία ιδιοκτησία και η ανάπτυξη αυτή οδηγεί στον καπιταλισμό και αυτό θα αποτελούσε μέγιστο κίνδυνο για το μέλλον. Στη Ρωσία, τότε και κάτω από την εξουσία της εργατικής τάξης η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων μπορούσε να ελεγχτεί, τουλάχιστον για ένα διάστημα, να μπουν συγκεκριμένα πλαίσια, να υπάρξει σοβαρή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και ουσιαστική πρόοδος στην πορεία προς το σοσιαλισμό. Φυσικά η ώρα της αντιμετώπισης των ενισχυμένων καπιταλιστικών στοιχείων θα ερχόταν.

Στενά συνδεδεμένη με την εφαρμογή της ΝΕΠ ο Λένιν έβλεπε την ανάπτυξη των συνεταιρισμών, διότι θα λειτουργούσαν ως ο κρίκος σύνδεσης του ατομικού συμφέροντος με το γενικό κοινωνικό συμφέρον. «Ουσιαστικά, το να οργανώσουμε σε αρκετό πλάτος και βάθος τον πληθυσμό της Ρωσίας σε συνεταιρισμούς, όταν ακόμη κυριαρχεί η ΝΕΠ, είναι ό,τι μας χρειάζεται, γιατί τώρα βρήκαμε το μέτρο του συνδυασμού του ατομικού συμφέροντος με την παρακολούθηση και τον έλεγχο του από το κράτος, βρήκαμε το μέτρο υποταγής του ατομικού συμφέροντος στα γενικά συμφέροντα»[10]. Να σημειώσουμε επίσης ότι θεωρούσε πως η ΝΕΠ θα εφαρμοστεί σε μεγάλη διάρκεια χρόνου, μίλησε για 10-20 χρόνια τουλάχιστον, όχι όμως για πάντα.

Στη ΝΕΠ, μόνη πολιτική που μπορούσε να εφαρμοστεί στις τότε συνθήκες, το 1921, αντιπαρατέθηκε αργότερα η θεωρία της Σοσιαλιστικής Πρωταρχικής Συσσώρευσης του Πρεομπραζένσκι, κατ’ αντιστοιχία της καπιταλιστικής πρωταρχικής συσσώρευσης που απηχούσε κατά βάση τις απόψεις των τροτσκιστών. Η θεωρία αυτή εκκινούσε από την αντίληψη ότι ο μόνος δρόμος για την εργατική εξουσία ήταν η ταχύτατη εκβιομηχάνιση της Ρωσίας, ώστε να επιβιώσει η εργατική εξουσία ενόψει ενός επαπειλούμενου πολέμου εναντίον της. Επειδή ο κρατικός τομέας της βιομηχανίας δεν μπορούσε να συσσωρεύσει τους αναγκαίους πολύ μεγάλους πόρους που απαιτούνταν αφαιρούνταν αυτοί από προκεφαλαιοκρατικές μορφές οικονομίας, δηλαδή από το υπερπροϊόν των ιδιωτών αγροτών και των μικρεμπόρων και μικρών Βιοτεχνών. Η θεωρία αυτή δεν διατυπώθηκε μόνο ως απάντηση στους μεγάλους κινδύνους που εγκυμονούσε ένας πόλεμος, οι οποίοι έθεταν στην ημερήσια διάταξη την ταχύτατη εκβιομηχάνιση της Ρωσίας, αλλά απηχούσε και τις γνωστές αντιλήψεις των τροτσκιστών για την ανάγκη επίσπευσης της δημιουργίας των υλικών προϋποθέσεων της σοσιαλιστικής παραγωγής και κατανομής, την κατάργηση του νόμου της αξίας και γενικότερα των νόμων της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας. Καθένας αντιλαμβάνεται ότι η εφαρμογή της απειλούσε άμεσα την ίδια την ύπαρξη των μικροπαραγωγών και θα όξυνε στο έπακρο την αντίθεσή εργατικής εξουσίας και μικρομεσαίων αγροτών, θα οδηγούσε σε βίαιες συγκρούσεις και πιθανή αποσταθεροποίηση του εργατικού κράτους.

Η πολιτική της ΝΕΠ έδωσε σημαντικά αποτελέσματα. «Είναι εντελώς αναμφισβήτητο και ολοφάνερο πως η βελτίωση της κατάστασης του πληθυσμού έγινε ακριβώς με την αλλαγή της οικονομικής μας πολιτικής»[11], σημείωνε ο Λένιν. Στην πορεία, όμως, οδήγησε σταδιακά σε ένταση των ταξικών διαφοροποιήσεων στο χωριό, σε ενίσχυση των πλούσιων χωρικών και αύξηση του φτωχότερων αγροτικών και προλεταριακών στρωμάτων. Η συνέχιση της δημιουργούσε κινδύνους να οδηγήσει σε πολιτικές εντάσεις γι’ αυτό και προς το τέλος της δεκαετίας του ’20 εγκαταλείφθηκε.

Όσον αφορά τώρα τη δεύτερη άποψη για τη διατήρηση της ΝΕΠ ως πολιτικής όλης της μεταβατικής περιόδου και για την ΕΣΣΔ ακόμη και ως τη δεκαετία του 1980 τη θεωρούμε λανθασμένη. Δεν είναι δυνατόν μια πολιτική τύπου ΝΕΠ, πολιτική πριμοδότησης των καπιταλιστικών σχέσεων σε τόσο μεγάλο βαθμό να είναι η πολιτική της μεταβατικής περιόδου προς το σοσιαλισμό, ιδιαίτερα αν τραβήξει αυτή σε μεγάλο βάθος χρόνου. Η πολιτική της μεταβατικής περιόδου παίρνει προφανώς υπ’ όψιν τα δεδομένα κάθε χώρας, την ύπαρξη μικροϊδιοκτησίας, καπιταλιστικών σχέσεων σε όλη την έκταση της οικονομίας και της κοινωνίας με σαφή στόχο όμως τη σταδιακή αποδυνάμωση ως την εξάλειψή τους. Μεγαλύτερο ακόμη σφάλμα είναι να θεωρείται ότι μια νέα ΝΕΠ στην ΕΣΣΔ των μέσων της δεκαετίας του 80 μπορούσε να αναζωογονήσει τη σοβιετική οικονομία και την σοσιαλιστική πορεία. Όλες οι προσπάθειες που έγιναν και όλες οι μεταρρυθμίσεις από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 με στόχο το ξεπέρασμα της στασιμότητας δεν είχαν θετικά αποτελέσματα ή μάλλον όλες απέτυχαν, όξυναν τα φαινόμενα στασιμότητας, αρχής γενομένης από τη μεταρρύθμιση Κοσύγκιν το 1966 και ο λόγος είναι ότι εισήγαγαν στοιχεία αγοράς και καπιταλισμού σε μια οικονομική βάση σοσιαλιστικού χαρακτήρα. Παρόμοια και πολύ πιο προωθημένη περίπτωση είναι η περεστρόικα της δεκαετίας του ’80, η οποία έδωσε και το τελειωτικό χτύπημα. Η εισαγωγή καπιταλιστικών στοιχείων και μάλιστα με αυξανόμενους ρυθμούς μετά από 70- 75 χρόνια σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, η οποία βρισκόταν σημειωτέον σε στασιμότητα και κρίση σε όλα τα επίπεδα, θα ήταν ξεκάθαρη ομολογία της αποτυχίας του σοσιαλισμού και της ανωτερότητας του καπιταλισμού, θα ήταν, όπως και συνέβη, το προανάκρουσμα της ήττας.

Η μακροχρόνια διατήρηση της μικροϊδιοκτησίας και των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους και για το λόγο αυτό η με σταθερά βήματα αποδυνάμωση και εξάλειψη τους, αφού δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, είναι απόλυτα αναγκαία. Σε αντίθετη περίπτωση ο κίνδυνος της σύγκρουσης και της ανατροπής της εργατικής εξουσίας ή της διάβρωσης της οικονομικής βάσης με την ενδυνάμωση του καπιταλιστικού τομέα και τη δημιουργία μεικτής οικονομίας, της διάβρωσης του κράτους και του Κομμουνιστικού κόμματος ήταν μεγάλος.

Εξίσου βέβαια λανθασμένη και επικίνδυνη είναι η σπουδή για εξάλειψη των καπιταλιστικών σχέσεων χωρίς να έχουν δημιουργηθεί οι αναγκαίες προϋποθέσεις, θεωρώντας ότι η γρήγορη απαλλαγή απ’ αυτές θα εξαλείψει τους κινδύνους παλινόρθωσης της αστικής τάξης. Η κατάργηση της μικροϊδιοκτησίας δεν μπορεί να γίνει αν δεν δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις λειτουργίας και διεύθυνσης της οικονομίας που θα απαλλάξουν τους εργαζόμενους από την πολύωρη εργασία και ιδίως τη χειρωνακτική εργασία και θα βελτιώσουν τους όρους της ζωής τους.

Να δώσουμε ένα απλό παράδειγμα. Το πρόγραμμα του Κ.Κ.Ε. γράφει ότι «απαγορεύεται η χρησιμοποίηση ξένης εργασίας, δηλαδή η μίσθωση εργασίας από τους κατέχοντες μεμονωμένα μέσα παραγωγής σε κλάδους που δεν υφίσταται υποχρεωτική κοινωνικοποίηση τους, π.χ. στη βιοτεχνία, στην αγροτική παραγωγή στον τουρισμό- επισιτισμό, σε ορισμένες βοηθητικές υπηρεσίες»[12]. Είναι προφανές και επίσης θέση του Κ.Κ.Ε. ότι η εθνικοποίηση δεν μπορεί να είναι όλων των μέσων παραγωγής ταυτόχρονα και μονομιάς, αρχίζει με τη μονοπωλιακή ιδιοκτησία και σ’ αυτά για ένα σημαντικό διάστημα δεν μπορεί να συμπεριληφθούν όχι μόνο οι απασχολούμενοι, αλλά και μικρές επιχειρήσεις με έναν, δύο ίσως και περισσότερους εργαζομένους. Επίσης η συνεταιριστικοποίηση τους δεν πρόκειται να επιτευχθεί από τη μια μέρα στην άλλη. Οι μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα έχουν σημαντικό οικονομικό βάρος και έκταση, παράγουν σημαντικό τμήμα του Α.Ε.Π. και απασχολούν επίσης σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης. Η απαγόρευση να απασχολούν μισθωτή εργασία για όσο χρόνο υπάρχουν θα δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα, μείωση της παραγωγής, αύξηση της ανεργίας και σημαντικά προβλήματα τροφοδοσίας της χώρας και του λαού με καταναλωτικά αγαθά. Είναι φανερό ότι ένα τέτοιο μέτρο, χωρίς να έχουν δημιουργηθεί όλες οι προϋποθέσεις, είναι λανθασμένο και επικίνδυνο.

Είναι καταφανέστατη η ανάγκη επεξεργασίας συγκεκριμένης πολιτικής για τη μεταβατική περίοδο στη βάση της θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού και αξιοποίησης της πείρας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τον 20ο αιώνα, πολιτικής που θα ξεκινά από την παραδοχή ότι η μικροϊδιοκτησία και οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις δεν εξαλείφονται από τη μια μέρα στην άλλη και φυσικά η άμεση εισαγωγή σοσιαλιστικών σχέσεων σε όλους τους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας δεν είναι δυνατή. Η έλλειψη της ήταν βασική αιτία των παλινωδιών των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και της τελικής ήττας τους. Η μετάβαση στο σοσιαλισμό δεν πρόκειται να γίνει με γενικές θέσεις και ιδέες, ούτε με ιδεοληψίες, αλλά με ολοκληρωμένη αίσθηση της πραγματικότητας, με χρήση της επαναστατικής θεωρίας και σταθερό προσανατολισμό το στόχο της «κοινωνίας των συνεταιρισμένων παράγων».


[1] Κ. Μαρξ Φρ. Ένγκελς, Η γερμανική ιδεολογία, τόμος 1 , σ. 81

[2] Κριτική του προγράμματος της Γκότα, στο Διαδεχτά έργα Μαρξ – Ένγκελς, τόμος 2 σελίδα 14

[3] Το κεφάλαιο τόμος 3, σ. 1007

[4] Λένιν Άπαντα τόμος 42 σ.249

[5] Ριζοσπάστης 16 – 17 Δεκέμβρη

[6] Λένιν Άπαντα τόμος 44 σ. 156

[7] Στο ίδιο σ. 157 – 158

[8] Στο ίδιο σ. 160

[9] Στο ίδιο σ.166

[10] Λένιν Άπαντα τόμος 45 σ. 370

[11] Λένιν Άπαντα τόμος 44 σ. 160 -161

[12] Σχέδιο προγράμματος του Κ.Κ.Ε. Στο « θέσεις της κεντρικής επιτροπής του Κ.Κ.Ε. για το 19ο συνέδριο» σ. 63

*Πηγή: ergatikosagwnas.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ