Η ιστορία συνεχίζεται…

0
1210
ιστορία

Προϋποθέσεις για την πολιτική ανατροπή σε Ελλάδα και Ευρώπη.

Ο Γιώργος Κιμούλης στη σύντομη ομιλία του στη συγκέντρωση υπέρ του ΌΧΙ, τον Ιούλιο του 2015, είπε κάτι απλό αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον: «Η ιστορία δεν τελείωσε. Η ιστορία δεν τελειώνει όσο υπάρχει φτώχεια, ανεργία, συσσίτια και ρημαγμένες ζωές…». Δεν ξέρω αν είχε στο μυαλό του τι θα ακολουθούσε τις επόμενες ημέρες όμως είχε δίκιο σε αντίθεση με τον F. Fukuyama που βιάστηκε το 1989 να αναγγείλει το «Τέλος της Ιστορίας».

Δύο σχεδόν χρόνια μετά κι ενώ η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να αλλάξει πολιτικό στρατόπεδο και να συνεχίσει τις μνημονιακές πολιτικές αναζητώντας ως σανίδα σωτηρίας τα ψίχουλα του Macron για το χρέος στο Eurogroup της 15ης Ιουνίου οι αιτίες της κρίσης και η ανέχεια της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού παραμένουν σταθερές. Τα αίτια δηλαδή που δημιουργούν τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές δεν έχουν εξαλειφθεί. Τέτοιες αλλαγές είναι σήμερα ορατές σε μια σειρά κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα σε εκείνα που η κρίση πλήττει έντονα τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Η κυριαρχία των δυνάμεων του νεοφιλελευθερισμού αλλά και η συναίνεση από την πλευρά των πολιτών στους ίδιους τους θεσμούς της Ε.Ε δείχνουν να κλονίζονται. Κατά ποσό όμως αυτές οι εξελίξεις μπορούν να επηρεάσουν, άμεσα ή έμμεσα, τη ζωή των Ελλήνων ή των άλλων λαών της Ευρώπης; Τί προϋποθέσεις γεννούν παράλληλα για την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών;

Η σημασία του ελληνικού δημοψηφίσματος και οι μετέπειτα δονήσεις

Το ελληνικό δημοψήφισμα του 2015 δεν ήταν η πρώτη πολιτική πράξη αμφισβήτησης των σχεδίων λιτότητας της Ε.Ε. Πολύ πριν από αυτό είχαν προηγηθεί τα δημοψηφίσματα σε Γαλλία και Ολλανδία το 2005 που απέρριψαν το σχέδιο Ευρωσυντάγματος όπως επίσης και εκείνο στην Ιρλανδία το 2008 που απέρριψε (προσωρινά) τη συνθήκη της Λισαβόνας.

Το δικό μας ωστόσο δημοψήφισμα αποτέλεσε μια σημαντική τομή στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ήταν η πρώτη φορά, εν μέσω κρίσης, που ένας λαός είπε ΟΧΙ σε πολιτικές που τον αφορούσαν τόσο άμεσα. Η ελληνική ανταρσία και η δυναμική που απελευθέρωσε επηρέασε μια σειρά εκλογικών αποτελεσμάτων σε άλλες χώρες στις οποίες οι αντοχές της ευρωπαϊκής αυλής άρχισαν να δοκιμάζονται. Παρότι ο πολιτικός χάρτης στη Νότια Ευρώπη, και ειδικότερα στην Ισπανία και την Ελλάδα, είχε αρχίσει να μεταβάλλεται από το 2011 όταν τα κινήματα των πλατειών έθεσαν τις βάσεις για τη μετέπειτα εκλογική πορεία των Podemos και του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν το δημοψήφισμα του 2015 που αποτέλεσε την πρώτη μετωπική σύγκρουση και ήττα της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας σε καιρό κρίσης. Έστω και για δύο μέρες..

Οι συνέπειες αυτής της ήττας ίσως είναι ακόμη νωρίς να εκτιμηθούν μέσα στην πυκνότητα των πολιτικών γεγονότων των τελευταίων χρόνων. Παρ’ όλα αυτά η Ευρωπαϊκή Ένωση αν και πληγώθηκε δεν είναι τόσο εύκολο να.. πεθάνει ακριβώς λόγω της τεράστιας ιστορικής, πολιτικής και οικονομικής ισχύος που διαθέτει. Είναι όμως, από το 2015 και μετά τραυματισμένη παρά την ισοπέδωση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ελληνικός λαός άνοιξε τον δρόμο για τις μετέπειτα εξελίξεις στην Ένωση. Οι εκλογές σε Ισπανία και Πορτογαλία το 2016, παρά τη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ και τις μεγαλύτερες προσδοκίες στην Ισπανία, καταγράφουν μεγάλη άνοδο των αριστερών δυνάμεων, το βρετανικό δημοψήφισμα αποφασίζει την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε, το αντίστοιχο στην Ιταλία οδηγεί έμμεσα σε νέα ήττα τις Βρυξέλλες, οι πρόσφατες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία φέρνουν τον Mélenchon μια ανάσα από τον δεύτερο γύρο και τους υποψηφίους της Δεξιάς και των σοσιαλιστών για πρώτη φορά να αποκλείονται από τον πρώτο, ενώ μόλις πριν λίγες μέρες ο Corbyn, μ’ ένα αριστερό πρόγραμμα στα όρια της πρόκλησης για τη βρετανική πολιτική παράδοση αλλά και για το ίδιο του το κόμμα, για μόλις 2,5 ποσοστιαίες μονάδες δεν κατάφερε να μετακομίσει στην Downing street. Όχι και ασήμαντες εξελίξεις μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια..

Οι αλλαγές αυτές δείχνουν ότι ο ιστορικός χρόνος στην Ευρώπη έχει συμπυκνωθεί καθώς η οικονομική κρίση έχει περάσει στη σφαίρα της πολιτικής. Οι εξελίξεις διαμορφώνονται ταχύτατα σε σχέση με τις δεκαετίες που χρειάστηκαν για να πάρει η Ευρωπαϊκή Ένωση της σημερινή της μορφή.

Χρειάζεται ωστόσο να κάνουμε δύο επισημάνσεις σημαντικές για να μην οδηγηθούμε σε βιαστικά συμπεράσματα. Από τη μία μεριά να λάβουμε υπόψη μια σειρά άλλων παραγόντων που επηρεάζουν την ψήφο και την πολιτική τοποθέτηση σε κάθε κράτος όπως η ιστορία, η πολιτική κουλτούρα, η διαμόρφωση του κάθε κοινωνικού σχηματισμού αλλά και ζητήματα συγκυριακά όπως είναι σε κάποιες χώρες το προσφυγικό ή τα θέματα ασφάλειας. Από την άλλη, ίσως είναι παρακινδυνευμένο να θεωρήσουμε ότι η Αριστερά έχει καταφέρει, παρά την άνοδό της, να σταθεροποιηθεί ως πρωταγωνιστής των εξελίξεων εν μέσω μιας ρευστής κατάστασης. Παρ´ όλα αυτά οι προοπτικές που διανοίγονται εκτός των στενών ορίων του έθνους-κράτους μπορούν να αξιοποιηθούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σε διεθνές αλλά και σε εθνικό επίπεδο.

Για το στοίχημα της Αριστεράς στην Ευρώπη

Λίγες ημέρες πριν τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία ο J.L Mélenchon σε μια ομιλία του στη Μασσαλία θα πει κάτι που αποτυπώνει την ουσία του εναλλακτικού σχεδίου της Αριστεράς : «Έλληνες, αν εμείς οι Γάλλοι σπάσουμε πρώτοι της αλυσίδες του κεφαλαίου να είστε σίγουροι ότι θα έρθουμε σε βοήθεια. Το ίδιο θα κάνουμε προς τους Ισπανούς, τους Πορτογάλους, τους Ιταλούς. Προς τα δώδεκα εκατομμύρια επίσης των Γερμανών που ζουν στη φτώχεια».

Η φράση αυτή του Mélenchon πηγαίνει ένα βήμα πέρα από τις συνήθεις εκφράσεις αλληλεγγύης των αριστερών κομμάτων για τους λαούς που πλήττονται απ΄ τη λιτότητα. Εύλογα κάποιος θα έλεγε ότι μια προεκλογική φράση του Mélenchon δεν σημαίνει ότι θα εφαρμοζόταν στην πράξη αν γινόταν πρόεδρος της Γαλλίας. Οι προεκλογικές εξαγγελίες δεν είναι και το πιο αξιόπιστο δείγμα πολιτικής. Στη χώρα μας έχουμε σπουδαία παραδείγματα. Εδώ ακριβώς όμως βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η δυνατότητα για το ποιοτικό και ποσοτικό άλμα της Αριστεράς.

Όσο η Αριστερά ριζοσπαστικοποιεί τις πολιτικές της θέσεις και αναλαμβάνει να πάρει τα ρίσκα της σύγκρουσης με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο τόσο αυξάνει τις πιθανότητες της για την πολιτική ανατροπή. Η μορφή της σύγκρουσης μπορεί να διαφέρει από χώρα σε χώρα όμως ο παρονομαστής είναι κοινός, οι πραγματικές αλλαγές δεν προκύπτουν όταν φοβάσαι τον αντίπαλο. Εκτός των άλλων, η συγκυρία στον ευρωπαϊκό Νότο ίσως είναι η καλύτερη δυνατή εδώ και πολλές δεκαετίες. Το κρίσιμο βήμα ωστόσο είναι η υπέρβαση της «αλληλεγγύης» που πια δεν είναι αρκετή. Όπου οι συνθήκες το επιτρέψουν, όπου έχουμε την πρώτη αληθινή αριστερή κυβέρνηση σε μικρή ή μεγάλη χώρα το καθήκον των αριστερών είναι να την υπερασπιστούμε σαν να ήταν η δική μας κυβέρνηση. Η υποστολή της σημαίας του αγώνα από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί νομοτελειακό γεγονός για την Αριστερά στην Ευρώπη.

Κανείς δεν ξέρει που και πότε μπορεί να προκύψει μια τέτοια κυβέρνηση. Κάνουμε εκτιμήσεις με βάση αυτό που παρατηρούμε. Όμως πια κάτι τέτοιο δεν φαντάζει απόμακρο όπως πριν από δέκα χρόνια. Όλες οι εξελίξεις αλληλοτροφοδοτούν η μία την άλλη, έστω και σε ακανόνιστη για την ώρα τροχιά, ενώ τα γεγονότα σε μία χώρα επηρεάζουν αμέσως τις άλλες.

Το πολιτικό σχέδιο της Αριστεράς του 21ου αιώνα στην Ευρώπη δεν μπορεί να μην ξεκινάει από τη στρατηγική της «παράλληλης ρηγμάτωσης» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αίτημα αυτό είναι ώριμο πια στους λαούς του ευρωπαϊκού Νότου. Ακόμη όμως και στις χώρες του Βορρά τα ποσοστά των πολιτών που εμπιστεύονται την Ε.Ε υποχωρούν δραματικά και πριν ακόμα το ξέσπασμα της κρίσης. Εκτός των άλλων, η δομή της ίδιας της Ένωσης, τόσο από τις συνθήκες της όσο και από τη συγκρότηση της γραφειοκρατίας της, «εγγυάται» σε όσους την αμφισβητούν ένα πράγμα: ότι δεν μπορεί να αλλάξει. Ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι κατοχυρωμένος στη Συνθήκη της Λισαβόνας με τον πιο επίσημο τρόπο.

Αν κάποιοι πιστεύουν ότι η διάλυση της είναι ουτοπική, οι αυταπάτες ότι μπορεί να μεταρρυθμιστεί οδηγούν σε καταστροφικά αποτελέσματα τύπου ΣΥΡΙΖΑ. Είναι πολύ πιο ρεαλιστικό πια ένα κράτος-μέλος να προκαλέσει σοκ στις Βρυξέλλες αν αρνηθεί να εφαρμόσει τις συνθήκες (να θέσει το εαυτό του εκτός Ένωσης δηλαδή) παρά να θεωρεί κάποιος ότι θα την οδηγήσει σε φίλο-λαϊκές αποφάσεις. Το σύστημα έχει φτιαχτεί έτσι για να μην αλλάζει, όμως κάθε σύστημα έχει και τα τρωτά του σημεία. Επειδή ακριβώς οι εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού αστισμού δεν μπορούσαν να προβλέψουν την κρίση του 2008 και τις συνέπειες της και επειδή θεωρούσαν ότι οικονομικά τουλάχιστον είχαν φτάσει σ’ ένα ανώτερο στάδιο επιβολής του νεοφιλελευθερισμού και της οικονομίας της αγοράς, πιστεύοντας ότι έχει έρθει το «τέλος της ιστορίας», γι’ αυτό και δεν είχαν καν προβλέψει σοβαρές διαδικασίες αποχώρησης ενός κράτους-μέλους από την Ευρωζώνη ή και από την ίδια την Ε.Ε. Η διαδικασία της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου είναι για τους Ευρωπαίους σοκαριστική και πρωτόγνωρη.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία τρέμει στην ιδέα ότι η «Ευρωπαϊκή Ιδέα», όπως τουλάχιστον περιγράφηκε στα ιδρυτικά κείμενα, κινδυνεύει με κατάρρευση αν και άλλα, μικρά ή μεγαλύτερα κράτη, ακολουθήσουν το βρετανικό παράδειγμα. Αυτόν τον τρόμο χρειάζεται να ενισχύσει η Αριστερά. Όχι για να επιστρέψουμε στην εθνική περιχαράκωση και τους εθνικούς ανταγωνισμούς αλλά γιατί η όποια καινούρια προσπάθεια ενοποίησης σε αντινεοφιλελεύθερο πλαίσιο περνάει μέσα από τη ρήξη με το υπάρχον ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Η ελληνική περίπτωση στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών εξελίξεων

Αν θέσουμε τώρα το ερώτημα κατά πόσο αυτές οι εξελίξεις επηρεάζουν τον ελληνικό λαό τότε θα μπορέσουμε να δώσουμε δύο διαφορετικές απαντήσεις. Αν επιχειρήσουμε να το απαντήσουμε με βάση τη βραχυπρόθεσμη βελτίωση των εισοδημάτων ή των συντάξεων θα λέγαμε καθόλου. Αν όμως το κάναμε με όρους δυνατοτήτων για την πολιτική ανατροπή ενδεχομένως έως και πολύ.

Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ κόστισε στον ελληνικό λαό και την Αριστερά και σκόρπισε την απογοήτευση σε τέτοιο βαθμό που να κυριαρχεί μια γενικότερη δυσπιστία και επιφύλαξη για την Αριστερά εκτός των ελληνικών συνόρων. Ο «Mélenchon θα γίνει Τσίπρας, οι Podemos τα μάζεψαν, ο Corbyn είναι σοσιαλδημοκράτης, Οι Πορτογάλοι αριστεροί στηρίζουν τους σοσιαλιστές, τίποτα δεν θα αλλάξει, στο τέλος όλοι θα κάνουν πίσω στον Schäuble» κλπ κλπ.

Η απογοήτευση αυτή είναι σε κάποιο βαθμό δικαιολογημένη, εμποδίζει ωστόσο μια πιο ξεκάθαρη ανάλυση της πραγματικότητας. Δημιουργεί έναν παραμορφωτικό φακό μέσα στον οποίο χάνονται όλες οι δυνατότητες μιας διαφορετικής οπτικής των πραγμάτων. Έτσι, τα μνημόνια, είτε του ΣΥΡΙΖΑ είτε της Νέας Δημοκρατίας, εμφανίζονται ως μονόδρομος υπό τον φόβο βέβαια μιας αντίδρασης των δανειστών.

Ξεπερνώντας αυτή την απαισιοδοξία χρειάζεται να εντοπίσουμε πως η δική μας εναλλακτική πρόταση και η επιλογή του ελληνικού λαού να συγκρουστεί με τα μνημόνια συνδέεται άμεσα με την προηγούμενη συζήτηση.

Όσο στην Ελλάδα παραμένουν για τους πολλούς η φτώχεια, η ανεργία και οι δυσκολίες της καθημερινότητας τόσο η εκδήλωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας είναι ορατή. Παρά την ύφεση των κοινωνικών αγώνων και την απογοήτευση η συνταγή που ακολουθεί η κυβέρνηση, πλήρως εναρμονισμένη με τις απαιτήσεις των δανειστών, ρίχνει νερό στον σπόρο της κοινωνικής αγανάκτησης. Μια αγανάκτηση που μπορεί να εκδηλωθεί από ένα τυχαίο περιστατικό που κανείς σήμερα δεν μπορεί να προβλέψει ή από μια ασχεδίαστη κίνηση των μαζών.

Είναι πιθανό δηλαδή κάποια στιγμή να δούμε ένα νέο πολιτικό υποκείμενο ή κάποια από τα υπάρχοντα να κληθούν να διαχειριστούν με όρους πολιτικής ηγεμονίας αυτή τη λαϊκή δυσαρέσκεια όσο κι αν ένα τέτοιο ενδεχόμενο φαντάζει για την ώρα μακρινό. Από την άλλη, ακόμη και σήμερα, η συζήτηση για το «τι θα κάνατε αν» είναι ζωντανή και εξελισσόμενη στους κόλπους της αντιμνημονιακής αριστεράς. Οι εξελίξεις στην Ευρώπη μπορούν ακόμη και τώρα να αξιοποιηθούν σε επίπεδο δημόσιου λόγου και επιχειρημάτων από τη δική μας πλευρά στα πραγματικά ερωτήματα που θέτει ο κόσμος «Τι θα κάνατε εσείς απέναντι στον Schäuble», «Τί συνέπειες θα έχουμε αν συγκρουστούμε», «θα μας οδηγήσουν οι δανειστές στο χάος».

Στην πιθανότητα της ρήξης

Αν ο ελληνικός λαός αποφασίσει να συγκρουστεί με τους δανειστές, με βάση τις σημερινές πραγματικότητες στην Ευρώπη, και επιλέξει τη ρήξη μέχρι τέλους, οι αντιδράσεις από το τρίγωνο Βρυξέλλες-Βερολίνο-Φραγκφούρτη θα είναι άμεσες. Ας θυμηθούμε την περίπτωση της Κύπρου το 2013, όταν το κοινοβούλιο της αρνήθηκε (προσωρινά) το «σχέδιο διάσωσης» της κυπριακής οικονομίας και κυρίως την ελληνική περίπτωση του 2015. Η επιθετική στάση των δανειστών και των ευρωπαϊκών θεσμών υπήρξε ακαριαία (παύση της παροχής ρευστότητας μέσω του ELA και κατά συνέπεια επιβολή των capital controls) χωρίς καν η κυβέρνηση Τσίπρα να έχει προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες. Απλώς και μόνο με την προκήρυξη του δημοψηφίσματος.

Από τότε μέχρι σήμερα τα αρνητικά εκλογικά μηνύματα που λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση της δημιουργούν μεν πολιτικές αρρυθμίες αλλά της επιβάλλουν να τηρεί σκληρή στάση. Μπροστά στους κινδύνους που προκλήθηκαν από το Βρετανικό δημοψήφισμα ο M. Draghi, κοιτώντας προς τη δική του χώρα που η άνοδος της λαϊκής δυσφορίας απέναντι στις πολιτικές της Ε.Ε είναι κατακόρυφη, απευθύνει τον Ιανουάριο του 2017 αυστηρή προειδοποίηση σε κάθε κράτος μέλος που θα σκεφτεί να αποχωρήσει από την Ευρωζώνη: «Αν επιθυμεί μία χώρα να εγκαταλείψει το Ευρωσύστημα, θα πρέπει προηγουμένως να έχουν εκκαθαριστεί πλήρως οι απαιτήσεις ή οι οφειλές της κεντρικής του τράπεζας προς την ΕΚΤ».

Έτσι λοιπόν είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι η πρόθεση τους θα είναι τιμωρητική απέναντι στον ελληνικό λαό και την κυβέρνηση του που θα αμφισβητήσει την επιτροπεία και τις μνημονιακές δεσμεύσεις. Αν δε, η ελληνική πλευρά αποφασίσει στάση πληρωμών στο δημόσιο χρέος ή μονομερής άρνηση αναγνώρισης του η κίνηση αυτή θα σημαίνει μια άνευ προηγουμένου, εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, πολεμική ενέργεια που θα στοχεύει ακριβώς στην αμφισβήτηση του πυρήνα του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Καθώς λοιπόν δεν θα υπάρχει ιδιαίτερος χώρος για συμβιβασμούς, η Ελλάδα θα επιλέξει την άμεση έξοδο από την Ευρωζώνη και πιθανώς και την παράλληλη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρότι δεν υπάρχει διαδικασία εξαναγκασμού ενός κράτους-μέλους για να αποχωρήσει από την Ένωση το πιο πιθανό είναι ότι η Ελληνική κυβέρνηση θα επιλέξει να το κάνει για να αντέξει τις έντονες πιέσεις που θα της ασκηθούν ή θα καλέσει τον ελληνικό λαό να αποφασίσει.

Μέχρι που μπορεί να φτάσουν όμως οι αντιδράσεις της Ε.Ε.;

Θεωρητικώς, θα επιδιώξουν να χρησιμοποιήσουν, τυπικά και άτυπα, κάθε μορφής πίεση για να τιμωρήσουν και να συνετίσουν τους ταραξίες. Στο τυπικό κομμάτι η Ελλάδα θα παραπεμφθεί στα διεθνή δικαστήρια ενώ στο άτυπο οι Ευρωπαίοι θα σκεφτούν να επιβάλουν οικονομικό και πολιτικό αποκλεισμό της χώρας (επισήμως δεν προβλέπεται από την Ευρωπαϊκή νομοθεσία). Να δημιουργήσουν δηλαδή έναν ασφυκτικό κλοιό που μπορεί να περιλαμβάνει εμπόδια στον τουρισμό, τις εισαγωγές και τις εξαγωγές (άσκηση πίεσης σε τρίτα κράτη), τις επενδύσεις κλπ. Παράλληλα, οι πιέσεις θα υπερβούν την οικονομία και μπορεί να περάσουν σε θέματα όπως το προσφυγικό, τα εθνικά κλπ. Με λίγα λόγια η αρχική πρόθεση των Ευρωπαίων θα είναι η παραδειγματική τιμωρία του ελληνικού λαού. Τι θα μπορούσε όμως να τους σταματήσει;

Εδώ ακριβώς η συζήτηση θα συνδεθεί με τις διεθνείς εξελίξεις. Υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις που θα είναι απαραίτητες για την πετυχημένη αντίσταση του ελληνικού λαού.

-Η αποφασισμένη κυβέρνηση με σχεδιασμένο πρόγραμμα μετάβασης στο νέο νόμισμα και στις οικονομικές ανάγκες της πρώτης περιόδου όπως επίσης και απορρόφησης των πολιτικών κραδασμών.

-Ο ελληνικός λαός στους δρόμους να στέλνει συνεχώς το μήνυμα ότι δεν είναι αποφασισμένος να παραδοθεί.

-Η από πριν ανάπτυξη κοινωνικών δικτύων και δομών αλληλεγγύης για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.

-Η κινητοποίηση των δυνάμεων της ευρωπαϊκής Αριστεράς για την υπεράσπιση του ελληνικού λαού. Η κινητοποίηση των Ευρωπαίων αριστερών το 2015 ήταν σε όλη την Ευρώπη κάτι παραπάνω από συγκινητική και κατάφερε να περάσει στην εργατική τάξη και τη νεολαία των κρατών-μελών, κυρίως του Νότου, το μήνυμα που έστελναν οι Έλληνες. Η λιτότητα πρέπει να ηττηθεί. Αν υπάρξει μια δεύτερη ανάλογη κατάσταση, οι κινητοποιήσεις στην Ευρώπη θα πρέπει να περάσουν, όπως γράφτηκε προηγουμένως, σε μια νέα φάση : την ένταση της άσκησης πολιτικής πίεσης εντός του κάθε κράτους.

-Το πολιτικό κόστος και η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Σε σύνδεση με το προηγούμενο, αυτός ο παράγοντας ίσως σταθεί από τους πιο καθοριστικούς για τον περιορισμό των αντιδράσεων των ευρωπαϊκών ελίτ και των πολιτικών τους εκπροσώπων. Σ΄ αυτό το επίπεδο είναι ιδιαιτέρως σημαντικές οι πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων.

Αν η γερμανική κυβέρνηση, οι Βρυξέλλες και οι «σκληρές» κυβερνήσεις του Βορρά επιλέξουν να τραβήξουν το σκοινί στα άκρα και θυσιάσουν ακόμη και την «ευρωπαϊκή ενότητα» για να καθυποτάξουν την προοπτική ενός ντόμινο αντιδράσεων, για τις κυβερνήσεις του Νότου κάτι τέτοιο δεν θα είναι καθόλου απλό. Πόσο εύκολα θα μπορέσει ο Macron να συναινέσει στην παραδειγματική τιμωρία των άλλων λαών όταν οι μισοί περίπου Γάλλοι ψηφοφόροι ψήφισαν Mélenchon και Le Pen; Πώς θα συνταχθεί με τους «σκληρούς» η ιταλική κυβέρνηση όταν η οικονομία της κρέμεται από μια κλωστή και τα «αντιευρωπαϊκά» κόμματα αυξάνουν τη δυναμική τους; Πώς θα συμφωνήσει η κυβέρνηση Ραχόι όταν εξακολουθεί να νιώθει την ανάσα των Podemos; Πώς θα συγκατατεθεί η κυβέρνηση της Πορτογαλίας, η ύπαρξη της οποίας εξαρτάται από την ψήφο ανοχής του Κομμουνιστικού κόμματος και του Bloco;

Είναι άλλωστε και γι΄ αυτό που έχει μεγάλη σημασία η αύξηση των δυνάμεων της Αριστεράς και η ανάπτυξη κινημάτων στην Ευρώπη. Είναι και γι’ αυτό που παίζει ρόλο αν η «France Insoumise» πήρε 20 ή 5% στις προεδρικές εκλογές ή αν κινητοποιήθηκαν μεγάλα τμήματα της βρετανικής νεολαίας για να στηρίξουν το αριστερό πρόγραμμα του Corbyn, ασχέτως αν εμείς συμφωνούμε με κάθε πτυχή του.

Τέλος, ένα κρίσιμο διακύβευμα στον αγώνα του ελληνικού λαού θα είναι το μέγεθος της κινητοποίησης και η στάση της κοινής γνώμης και στις χώρες του Βορρά. Όσο σημαντικό θα είναι ο Γάλλος και ο Ισπανός εργάτης να βγει στον δρόμο άλλο τόσο θα είναι ο Βέλγος δημόσιος υπάλληλος ή ο Ολλανδός καθηγητής να προτιμήσει το «κάτω τα χέρια από τους Έλληνες» από το «βάστα Γερούν».

Συμπερασματικά

Το μόνο σίγουρο πια στην Ευρώπη είναι ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο. Από τη μία μεριά, τα εκλογικά αποτελέσματα και η κοινωνική δυσφορία σε αρκετές χώρες τρομάζει την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία. Από την άλλη, ακριβώς εξαιτίας αυτών των τριγμών, επιδιώκει να κρατήσει μια αποφασιστική στάση και να ξεπερνάει κάθε φορά τις εντάσεις βγάζοντας άσσους από το μανίκι όπως την περίπτωση Macron.

Το πέρασμα της οικονομικής κρίσης στο πεδίο της πολιτικής, τα ζητήματα ασφάλειας και το προσφυγικό συνθέτουν ταυτόχρονα ένα εκρηκτικό μείγμα σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Σ’ αυτό το πλαίσιο η παραδοσιακή Σοσιαλδημοκρατία κλυδωνίζεται ενώ η Αριστερά με τις διάφορες εκφάνσεις δείχνει, παρά το σοκ του ΣΥΡΙΖΑ, να κεφαλαιοποιεί σε αρκετές περιπτώσεις τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Στην Ελλάδα οι μεγάλες κινητοποιήσεις έχουν δώσει τη θέση τους στην απογοήτευση. Παρ΄ όλα αυτά, η ελληνική περίπτωση εξακολουθεί να συνδέεται στενά με τις ευρύτερες ευρωπαϊκές εξελίξεις. Το ένα παραπάνω πολιτικό βήμα που χρειάζεται μπορεί να συμβεί άμεσα σε χώρες που φανταζόμαστε ή όχι και να μεταφερθεί σε κάθε κατεύθυνση. Η πολιτική ρευστότητα στην Ευρώπη μπορεί να γεννήσει ξανά την ελπίδα αλλά και την απογοήτευση καθώς η άνοδος της Αριστεράς είναι παντού υπό διακύβευση. Οι έντονες πολιτικές εξελίξεις είναι πιθανό να στραφούν προς τη μία ή την άλλη ιδεολογική κατεύθυνση ή ακόμη και στην τελική επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού. Η Αριστερά για να μπορέσει να κάνει το αποφασιστικό βήμα χρειάζεται να εντάξει τη στρατηγική της σε δύο βασικούς άξονες και να την προσαρμόσει με επιτυχία στις ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας αποκόπτοντας, παράλληλα, την ακροδεξιά και τα κινήματα της μεταπολιτικής από την πρόσβαση στις υποτελείς κοινωνικές ομάδες.

Να αντιληφθεί δηλαδή ότι τώρα είναι η ώρα για να ανοίξει το μέτωπο με την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση με στόχο την «παράλληλη ρηγμάτωση» και να εντάξει όλο το πολιτικό της σχέδιο για κάθε χώρα σε μία κοινή προοπτική. Αν και οι ενδεχόμενες πολιτικές ανατροπές θα προκύψουν μεμονωμένα σε κάποιο κράτος, το σχέδιο για την υποστήριξη και τη μεταφορά του παραδείγματος και αλλού πρέπει να είναι κοινό. Στην εποχή της αλληλεξάρτησης των πάντων, τα βήματα της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι ασυντόνιστα. Η εποχή είναι ενδιαφέρουσα αλλά και γεμάτη προκλήσεις. Η ιστορία συνεχίζεται και θα συνεχίζεται όσο υπάρχουν λαοί γιατί σε τελευταία ανάλυση γράφεται από εκείνους. Η Αριστερά πρέπει και πάλι να αναλάβει τον ιστορικό της ρόλο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ